νιώθω ή νοιώθω; ==> νιώθω

Στα περισσότερα κείμενα συναντάμε τον τύπο νιώθω, όμως δεν είναι σπάνια οι φορές που βρίσκουμε και τον τύπο νοιώθω, το οποίο νομίζω πως, ασυνείδητα, αρκετοί το συνδέουν ορθογραφικά με το νοιάζομαι.

Ο Μπαμπινιώτης θεωρεί πως η επικρατέστερη ετυμολογία για το λήμμα νιώθω είναι από το μεσαιωνικό ρήμα γνώθω< αρχ. γιγνώσκω ενώ το νοιώθω σχηματίζεται με την προϋπόθεση πως η λέξη προέρχεται από το ρήμα *εννοιώ (<αρχ. έννοια).

Τί γράφουμε λοιπόν; νιώθω ή νοιώθω;

Εφόσον η λέξη είναι αβέβαιου ετύμου, προτείνεται να επιλέγουμε τον απλούστερο τύπο, δηλαδή νιώθω.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Το Λεξικό της Κοινής Ελληνικής, πάντως, παρουσιάζει μοναχά την ετυμολογία από την "έννοια" αν και σημειώνει πως εδώ υπάρχει "ορθογραφική απλοποίηση". Παραθέτω:

[μσν.( ; ) νοιώθω < *εννοιώ (< αρχ. ἔννοι(α) -ώ, σύγκρ. νοιάζομαι) μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. νοιωσ- κατά το σχ.: κλωσ- (έκλωσα) - κλώθω, αλεσ- (άλεσα) - αλέθω (ορθογρ. απλοπ.)]

Η ελληνική ιστορική ορθογραφία που χρησιμοποιούμε είναι αρκετά σύνθετη και… δύστροπη και πιστεύω πως όπου χωράει απλοποίηση μάλλον αξίζει να την κάνουμε. Πόσο μάλλον όταν αυτή προτείνεται από κάποιο λεξικό ή κάποιον γλωσσολόγο.


* Να σημειώσω πως στα ετυμολογικά σχόλια ο αστερίσκος (όπως εδώ στο: *εννοιώ) σημειώνει μια λέξη την οποία υποθέτουμε πως υπήρξε δίχως όμως αυτή να απαντά σε κείμενα. Δεν είναι απίθανο, λοιπόν, να κάνουμε λάθος και η συγκεκριμένη λέξη να μην έχει υπήρξε. Έτσι μπορούμε να κρατάμε σχετικά μια μικρή επιφύλαξη.
 
Top