Δεν ξέρω πώς ακριβώς θα καταγραφεί τελικά η επίσημη ιστορική εκδοχή της Επετείου του Πολυτεχνείου στη χώρα μας. Ακόμα, μετά από τόσα χρόνια, υπάρχουν αντιδράσεις και αντιφατικές θέσεις.
Πάντως, στο χώρο του σχολείου έχω παρατηρήσει το εξής : όταν φτάνει αυτή η μέρα, οι περισσότεροι την εκμεταλλεύονται για μια ακόμα πολιτική αντιπαράθεση. Οι μεν αρνούμενοι ότι χύθηκε έστω και μια στάλα αίμα το '73, οι δε απαιτώντας σεβασμό στη θυσία των νεκρών.
Η συγκεκριμένη πάντως επέτειος έχει εμπνεύσει πολλούς συγγραφείς της γενιάς αυτής που μας έχουν δώσει πολύ αξιόλογα ιστορικά μυθιστορήματα. Και εδώ βέβαια γεννιέται το ερώτημα αν πρόκειται για στρατευμένη λογοτεχνία ή όχι.
Όπως και να' χει νομίζω ότι κάποια τέτοια μυθιστορήματα πραγματικά ξεχωρίζουν γιατί ξεδιπλώνουν μια ολόκληρη εποχή μπροστά μας και φωτίζουν κάποιες στιγμές από την ιστορία της χώρας μας, τις οποίες κάποτε θα πρέπει να προσεγγίσουμε αντικειμενικά.
Λίγη Αρχαία Σκουριά, ένα γλαφυρό μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα :
"Το τανκ προχωρούσε, μ έπαιρνε το κύμα προς τα πίσω. Με τα χέρια στις τσέπες του παλτού μου έτρεχα κι άκουγα τ' αναφιλητά μου - κάτι σαν ουρλιαχτό ζώου, πάσχιζα να χωθώ στον εαυτό μου για να γλιτώσω. Έξω από τη Σχολή Μηχανολόγων μαζεύτηκα ανακούρκουδα σε μια γωνιά και έκλαιγα. Γυρίζει ένας και μου λέει κουράγιο συντρόφισσα. Ανασηκώθηκα και στάθηκα ίσια. Έβγαλα τα χέρια απ' τις τσέπες, σκούπισα τα δάκρυα κι έφτιαξα πίσω απ' τα αυτιά τα μαλλιά μου. Έβλεπα το τανκ με τις μπούκες του στραμμένες στην Αρχιτεκτονική. [...]
Άρχισε η υποχώρηση, με τα χέρια ψηλά κατά ομάδες. Με παίρνει το πλήθος και προχωρώ, με λαχτίζουν τα κοντάκια των φαντάρων, τώρα λέω και θα μου την ανάψουν πισώπλατα. Νιώθω σπόνδυλο το σπόνδυλο τη ραχοκοκαλιά μου και τον τρόμο, που τη συναρμολογεί λεπτεπίλεπτα. [.....] Γωνία Τοσίτσα μ' αρπάζουν απ' τα μαλλιά δυο ασφαλίτες. Πάω να τους ξεφύγω, ένας φαντάρος με πιάνει απ' το μπράτσο, βλέπω τα δάκρυα στα μάτια του. Κάτι μου ψιθυρίζει αλλά δεν πρόλαβε. Οι μπάτσοι των κάνουν πέρα, προσπαθώ ν' αντισταθώ και ζαλίζομαι από τον πόνο. Τους άφησα να με σέρνουν προς την κλούβα και με λάχτιζαν στην κοιλιά. Μ' ακούμπησαν στην πόρτα και με χτυπούσαν με τις γροθιές τους στο πρόσωπο. Μ' αδειάζουν σ' ένα κάθισμα κι αποξεχνιέμαι με τα βαθουλώματα που κάνει το κλάμα μου"
Πάντως, στο χώρο του σχολείου έχω παρατηρήσει το εξής : όταν φτάνει αυτή η μέρα, οι περισσότεροι την εκμεταλλεύονται για μια ακόμα πολιτική αντιπαράθεση. Οι μεν αρνούμενοι ότι χύθηκε έστω και μια στάλα αίμα το '73, οι δε απαιτώντας σεβασμό στη θυσία των νεκρών.
Η συγκεκριμένη πάντως επέτειος έχει εμπνεύσει πολλούς συγγραφείς της γενιάς αυτής που μας έχουν δώσει πολύ αξιόλογα ιστορικά μυθιστορήματα. Και εδώ βέβαια γεννιέται το ερώτημα αν πρόκειται για στρατευμένη λογοτεχνία ή όχι.
Όπως και να' χει νομίζω ότι κάποια τέτοια μυθιστορήματα πραγματικά ξεχωρίζουν γιατί ξεδιπλώνουν μια ολόκληρη εποχή μπροστά μας και φωτίζουν κάποιες στιγμές από την ιστορία της χώρας μας, τις οποίες κάποτε θα πρέπει να προσεγγίσουμε αντικειμενικά.
Λίγη Αρχαία Σκουριά, ένα γλαφυρό μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα :
"Το τανκ προχωρούσε, μ έπαιρνε το κύμα προς τα πίσω. Με τα χέρια στις τσέπες του παλτού μου έτρεχα κι άκουγα τ' αναφιλητά μου - κάτι σαν ουρλιαχτό ζώου, πάσχιζα να χωθώ στον εαυτό μου για να γλιτώσω. Έξω από τη Σχολή Μηχανολόγων μαζεύτηκα ανακούρκουδα σε μια γωνιά και έκλαιγα. Γυρίζει ένας και μου λέει κουράγιο συντρόφισσα. Ανασηκώθηκα και στάθηκα ίσια. Έβγαλα τα χέρια απ' τις τσέπες, σκούπισα τα δάκρυα κι έφτιαξα πίσω απ' τα αυτιά τα μαλλιά μου. Έβλεπα το τανκ με τις μπούκες του στραμμένες στην Αρχιτεκτονική. [...]
Άρχισε η υποχώρηση, με τα χέρια ψηλά κατά ομάδες. Με παίρνει το πλήθος και προχωρώ, με λαχτίζουν τα κοντάκια των φαντάρων, τώρα λέω και θα μου την ανάψουν πισώπλατα. Νιώθω σπόνδυλο το σπόνδυλο τη ραχοκοκαλιά μου και τον τρόμο, που τη συναρμολογεί λεπτεπίλεπτα. [.....] Γωνία Τοσίτσα μ' αρπάζουν απ' τα μαλλιά δυο ασφαλίτες. Πάω να τους ξεφύγω, ένας φαντάρος με πιάνει απ' το μπράτσο, βλέπω τα δάκρυα στα μάτια του. Κάτι μου ψιθυρίζει αλλά δεν πρόλαβε. Οι μπάτσοι των κάνουν πέρα, προσπαθώ ν' αντισταθώ και ζαλίζομαι από τον πόνο. Τους άφησα να με σέρνουν προς την κλούβα και με λάχτιζαν στην κοιλιά. Μ' ακούμπησαν στην πόρτα και με χτυπούσαν με τις γροθιές τους στο πρόσωπο. Μ' αδειάζουν σ' ένα κάθισμα κι αποξεχνιέμαι με τα βαθουλώματα που κάνει το κλάμα μου"
Last edited by a moderator: