Μάριο Βάργας Λιόσα (Mario Vargas Llosa): Η πόλη και τα Σκυλιά

Η πόλη και τα Σκυλιά



Τίτλος: Η πόλη και τα Σκυλιά
Συγγραφέας: Mario Vargas Llosa
Τίτλος πρωτοτύπου: La cuidad y los perros
Έτος έκδοσης: 1963
Αριθμός σελίδων: 501
ISBN 10: 9600325340


Είχα πολλά χρόνια να ερωτευτώ ένα βιβλίο.

Να προειδοποιήσω, κατ’ αρχάς, πως ό, τι κι αν πω είναι λίγο: πώς να περιγράψεις επαρκώς ένα αριστούργημα;
Θα ήθελα όμως να εκφράσω κάποιες σκέψεις μου γι’ αυτό. Να το κρατήσω ζωντανό όσο περισσότερο γίνεται.

Η ιστορία λαμβάνει χώρα στο Περού, λογικά στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Συγκεκριμένα, στη στρατιωτική σχολή Λεόνσιο Πράδο, όπου οι ευέλπιδες περνούν τις μέρες τους μονότονα, ανυπομονώντας για την άδεια του Σαββατοκύριακου.
Οι παρηγορητικές τους απολαύσεις: τα απαγορευμένα τσιγάρα, τα ποτά, τα βασανιστήρια εναντίον των ευελπίδων της πρώτης τάξης –εκείνων που τους αποκαλούν Σκύλους-. Πολλά είναι απαγορευμένα στη σχολή, οι κανόνες όμως καταπατώνται εύκολα κι αβίαστα.
Η ιστορία στρέφεται γύρω από τους ευέλπιδες της πρώτης διμοιρίας του τελευταίου έτους.
Υπάρχει ο Κύκλος, μία ομάδα ολιγάριθμων ευελπίδων, που οργανώνουν κλοπές θεμάτων για τα διαγωνίσματα και λοιπές παρανομίες, αποτελώντας ένα είδος εξουσίας: στο στρατό, όπως και στη ζωή, υπάρχουν τα θύματα κι οι θύτες. Η θέση που θα αποκτήσεις κρίνεται στην αρχή, τότε που είσαι πιο ευάλωτος.

Ένας θύτης: ο Τζάγκουαρ, ο αρχηγός του Κύκλου. Αποτελεί εξέχουσα προσωπικότητα της πρώτης διμοιρίας, καθώς υποκινεί στους συναδέλφους του –έτσι αποκαλούνται οι ευέλπιδες μεταξύ τους- σεβασμό ανάμεικτο με τρόμο. Τον σεβασμό τον κέρδισε ήδη από την αρχή, τότε που ήταν κι ο ίδιος Σκύλος, κι αντιστάθηκε στα καψόνια των μεγαλύτερων. Τον φόβο τον απέκτησε διότι είναι ανίκητος στο ξύλο, καθώς και διότι αποπνέει τον αέρα ενός ανθρώπου που είναι άτρωτος.
Στην πορεία του βιβλίου, κι ειδικά προς το τέλος, ο Τζάγκουαρ κι η προσωπικότητά του γίνονται δεκτά με περισσότερη κατανόηση. Όλοι έχουν οδηγηθεί στο τώρα από μία σειρά συμβάντων κι αποφάσεων –κανείς δεν έχει ξεφυτρώσει. Ο Τζάγκουαρ παρουσιάζεται, εντέλει, περισσότερο σαν άνθρωπος.

Φυσικά, ένα θύμα: ο Ρικάρδο, γνωστός ως Σκλάβος. Το παρατσούκλι είναι σαφές –ο Σκλάβος κακοπερνάει στη σχολή. Η προσωπικότητά του είναι αδύναμη κι ο ίδιος ευάλωτος: δεν αντιδρά στην εκμετάλλευση και την κοροϊδία που υφίσταται από τους συναδέλφους του. Σαν να παρέμεινε ουσιαστικά ένας Σκύλος, δίχως να ωριμάσει και να αποκτήσει κύρος. Ένας σκύλος ανάμεσα στους ευέλπιδες του τελευταίου έτους. Ανίσχυρος απέναντι στην ταπείνωση και την περιθωριοποίηση. Ο Σκλάβος είναι συμπαθής ως χαρακτήρας, είναι εύκολο κανείς να τον καταλάβει και να πει πως, κάποια από τα βιώματά του, σαν κάτι να του θυμίζουν. Μόνο που είναι κάπως αποθαρρυντική η δουλοπρεπής του στάση- ακριβώς διότι είναι τόσο ρεαλιστική.

Κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους δύο: ο Αλβέρτο, κατά κόσμον ο Ποιητής. Είναι έξυπνος κι ενσυνείδητος, καταφέρνει να αποκτά το σεβασμό των συναδέλφων του όχι μέσω της βίας ή του απειλητικού του κύρους –αντίθετα, αναφέρεται πως, μία από τις ελάχιστες φορές που πάλεψε με κάποιον, τον «κόλλησαν στον τοίχο»- αλλά χάρη στο μυαλό του. Είναι ετοιμόλογος, τρέφει αυτοσεβασμό κι αυτοεκτίμηση. Κέρδισε τον τίτλο, καθώς και τη θέση του στη διμοιρία, γράφοντας ερωτικές ιστορίες και πουλώντας ή ανταλλάζοντάς τες. Στην Λεόνσιο Πράδο το γυναικείο φύλο ήταν ένα όνειρο: ο Ποιητής και το «λογοτεχνικό» του ταλέντο ήταν μια λύση.
Ο Ποιητής είναι ο χαρακτήρας στου οποίου την προσωπικότητα δίνεται περισσότερη βάση κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Προερχόμενος από την πλούσια γειτονιά Μιραφλόρες, χρειάστηκε να ζήσει καταστάσεις έξω από τις συνηθισμένες για εκείνον. Οι σκέψεις κι οι αποφάσεις του είναι ουσιώδεις ως προς την πλοκή του βιβλίου. Υπάρχουν πολλά που θα ήθελα να προσθέσω, όμως ήδη βρίσκομαι στο όριο του να αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής.

Ο πρωτότυπος αφηγηματικός τρόπος που επέλεξε ο συγγραφέας, μόλις 22 χρονών όταν ξεκίνησε να το γράφει, καθιστά το βιβλίο μοναδικό.
Ως αφηγητές εναλλάσσονται μερικοί ευέλπιδες, δίνοντας ο καθένας το δικό του τόνο. Το περισσότερο μέρος της ιστορίας συμβαίνει στο τώρα, υπάρχουν όμως υπέροχα φλας μπακς, που αφορούν στη ζωή των ευελπίδων πριν φτάσουν στη σχολή, σκιαγραφούν το πώς κατέληξαν να είναι αυτοί που είναι και δίχως αυτές το βιβλίο ίσως ήταν απλώς πολύ καλό.

Το πολύ καλό απέχει από το εξαίσιο –είναι η χρυσή τομή.

Να σημειωθεί πως η Λεόνσιο Πράδο είναι πραγματική σχολή, στην οποία φοίτησε κι ο ίδιος ο συγγραφέας, συγκεντρώνοντας έμπνευση για το βιβλίο του.
Η Σχολή θεώρησε –δικαίως μάλλον- πως η Πόλη και τα Σκυλιά ήταν ένα έργο επικριτικό απέναντί της, ακόμη κι αντιπατριωτικό, και στον χώρο της κάηκαν 1000 αντίτυπά του, σε μια μορφή αποποίησης από το περιεχόμενό του.
Το συγκεκριμένο γεγονός, εάν κι απολίτιστο, έδρασε θετικά, καθώς οδήγησε στην σημαντική αύξηση των πωλήσεων. Ένα βιβλίο, θα σκέφτηκαν πολλοί, που μία στρατιωτική σχολή μπαίνει στον κόπο να το κάψει, πρέπει να έχει, τουλάχιστον, ενδιαφέρον.

Και, πραγματικά, Χριστέ μου, το βιβλίο δεν είχε απλώς ενδιαφέρον: ήταν απίστευτο. Ευγνωμονώ τη στιγμή που το επέλεξα και δεν το απέρριψα για ένα άλλο, πιθανότατα μέτριο, όπως πολλά.

Κι έπειτα θα βγούμε στο άδειο προαύλιο και θα μπούμε στους θαλάμους και κάποιος θα πει να κάνουμε ένα διαγωνισμό κι εγώ θα πω ότι ήμασταν στου Παουλίνο και κέρδισε ο Βόας, το επόμενο Σάββατο πάλι ο Βόας θα κερδίσει, και θα χτυπήσει το σιωπητήριο και θα κοιμηθούμε και θα φτάσει η Κυριακή και η Δευτέρα και πόσες βδομάδες ακόμα.
 
Last edited by a moderator:
Αμάντα μου έφτιαξες το κέφι να το διαβάσω - είναι τώρα δύο βδομάδες στο τραπέζι μαζί με τα άλλα δύο που δανείστηκα από τη βιβλιοθήκη - το άφησα τελευταίο , νομίζοντας πως είναι κάπως βαρύ. Μετά από τέτοια παρουσίαση θα το αρχίσω το βράδυ κιόλας . Τα λέμε λοιπόν αργότερα με τις εντυπώσεις .
 
Σμίλα, εμένα πραγματικά με ξετρέλανε, όπως ίσως κατάλαβες! Ελπίζω να σου αρέσει κι εσένα πολύ, επίστρεψε με εντυπώσεις:)
 
Αμάντα, ήρθε επιτέλους η ώρα να απαντήσω στο αίτημά σου για εντυπώσεις(κάλιο αργά παρά ποτέ!) .
Να πω εξ΄αρχής πως ήταν ένα θαυμάσιο βιβλίο, που δεν βαριέσαι σε καμία αράδα του. Όπως επεσήμανες το τέχνασμα του συγγραφέα με το οποίο η αφήγηση περνά από το παρόν στο παρελθόν και τούμπαλιν, από την τριτοπρόσωπη αφήγηση στην προσωπική , δίνει στο βιβλίο ζωντάνια και το κάνει κάθε άλλο παρά μονότονο.
Οι ιστορίες του παρελθόντος φωτίζουν το χαρακτήρα των ηρώων και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο σε βάζει μέσα στην ψυχή τους(του σκληρού ,του αδέξιου, του αγροίκου, του θύματος ). Μου άρεσε ιδιαίτερα πως οι ασύνδετες κατά τα φαινόμενα ιστορίες ενώθηκαν στο τέλος, και Αμάντα πές με ευαίσθητη, όμως μου άρεσε ο ελπιδοφόρος τρόπος που έκλεισε το μυθιστόρημα.
 
Σμίλα θα συμφωνήσω με όσα είπες! Κι εμένα, η σύνδεση των ιστοριών μου άρεσε ιδιαίτερα.

Να προσθέσω πως οι χαρακτήρες ήταν πολύ βαθείς και ρεαλιστικοί. Θα τους χαρακτήριζα αβίαστους.

Το τέλος ήταν υπέροχο. Είχε μια αίσθηση του: κανείς δεν είναι μόνο κάτι, αλλά και πολλά ακόμη. Επίσης, πως όλα μπορούν να φτιάξουν.
 
Top