Η τρέλα στην Νεοελληνική Λογοτεχνία

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Ο πρώτος Νεοέλληνας λογοτέχνης που ασχολήθηκε με το θέμα της τρέλας στο έργο του είναι ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Στο νεανικό του ποίημα « Η τρελή Μάνα» περιγράφει την αγωνία μιας γυναίκας που έχασε ξαφνικά τα δύο της παιδιά και τα γυρεύει τη νύκτα στο νεκροταφείο. Στην τρέλα, εξάλλου, καταλήγει και η Μαρία του ημιτελούς ποιήματος του Σολωμού (έμμετρου δράματος, μάλλον κατά το πρότυπο των θεατρικών ποιημάτων του Μπάυρον) «Ο Λάμπρος».

Από τους παλαιότερους Νεοέλληνες συγγραφείς που ασχολήθηκαν με την τρέλα ξεχωρίζουν ο Μιχαήλ Μητσάκης και ο Γεώργιος Βιζυηνός. Και οι δύο αναφέρονται σε προσωπικές τους αναμνήσεις από την παιδική ή νεανική τους ηλικία προτού οι ίδιοι τρελαθούν. Στο διήγημα του «Εις τρελός» ο Μητσάκης περιγράφει τον παραδοσιακό παλαβό του χωριού ή της γειτονιάς, και την άκαρδη συμπεριφορά μικρών και μεγάλων απέναντι του, πληροφορώντας μας, σχεδόν παρενθετικά, ότι :
«αλλεπάλληλοι[…] ατυχίαι, εις τας οποίας προσετέθη ταυτοχρόνως και η ανακάλυψις της απιστίας της συζύγου του, διέσεισαν τον νου του και συνεπήραν τας φρένας του».

Και σ’ ένα άλλο μεταγενέστερο κομμάτι του, με τον τίτλο «Αυτόχειρ», λίγο προτού νοσηλευθεί ο ίδιος για πρώτη φορά στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, δίνει την εικόνα ανθρώπου που αισθάνεται απολύτως μόνος, μέσα σ’ έναν κόσμο απολύτως αδιάφορο για την εσωτερική του τραγωδία, για την οποία δεν δίνει καμία πληροφορία, συμπεριλαμβάνοντας μ’ αυτό τον τρόπο και τον αναγνώστη στον κόσμο του. Το γράψιμο του Μητσάκη, με την ψυχαναγκαστική προσήλωση στη λεπτομέρεια και στην ακριβολογία, και η επιμονή του στη σιωπή και στην ακινησία του φυσικού περιβάλλοντος, θα μπορούσε να δώσει την υποψία μιας επικείμενης ψυχικής κατάρρευσης. Παρενθετικά, το διήγημα προοιωνίζεται την αυτοκτονία του Καρυωτάκη τριάντα χρόνια αργότερα σε μιαν επαρχιακή παραλιακή πόλη που, αντί για την Πάτρα, ήταν η Πρέβεζα.

Σύγχρονος του Μητσάκη , ο Βιζυηνός, στο διήγημα του «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», αναπολεί την εικόνα μιας όμορφης και μουσικά προικισμένης κοπέλας, που νοσηλεύεται σε δημόσιο ψυχιατρείο της Γερμανίας τραυματισμένη από μιαν ερωτική απογοήτευση, ενώ στις πιο κάτω σελίδες της ιστορίας αποκαλύπτεται ότι έχει ως αντικείμενο, επιστήθιο φίλο του συγγραφέα. Παρεμπιπτόντως, η ιστορία προοιωνίζεται το γεγονός ότι η δική του ψύχωση κάμποσα χρόνια αργότερα εκδηλώθηκε με τη μορφή ενός ερωτικού παραληρήματος, που είχε ως αντικείμενο μια νεαρή κοπέλα με μουσικό ταλέντο, όπως η Γερμανίδα ηρωίδα στο εν λόγω διήγημα. Το 1883, τον ίδιο σχεδόν καιρό που έγραψε το προαναφερθέν διήγημα, εκδίδει τη συλλογή ποιημάτων με τίτλο «Ατθίδες Αύραι», όπου υπάρχει μπαλάντα (βάλλισμα) με τον τίτλο «Η παράφρων». Πρόκειται για μια νεαρή γυναίκα από τη Βιζύη, το χωριό του ποιητή στη Θράκη, που τρελαίνεται όταν οι Τούρκοι σκοτώνουν εμπρός στα μάτια της τον αρραβωνιαστικό και τον πατέρα της. Φορώντας ένα «μυρτόπλεκτο στεφάνι» και τραγουδώντας «αφαιρεμένη» σαν την τρελή Μαρία του Σολωμού, πέφτει κι αυτή σε μια λίμνη και πνίγεται. Άρρωστος ήδη, με οδυνηρές επιπτώσεις για τη σωματική του υγεία, γνωρίζοντας ότι πάσχει από «νόσο του μυελού» (προϊούσα συφιλιδική παράλυση), δημοσιεύει στη Διάπλαση των Παίδων ποίημα με τον τίτλο «Εις τρελός».
Τέλος μέσα από τους τοίχους του Δρομοκαϊτείου γράφει «Το Φάσμα μου», το ποίημα της τρέλας του, με τους περίφημους εκείνους στίχους: «μεταβλήθη εντός μου/ και ο ρυθμός του κόσμου».

(συνεχίζεται)

Βιβλιογραφία:

1) Δ. Σολωμός, Ποιήματα, Αθήναι, Ι,Ν. Σιδέρης
2) Γ.Δ. Αποστολάκης, Η Ποίηση στη Ζωή μας, Αθήνα, Εστία β' έκδοση 1958
3) Μ. Μητσάκης, "Εις Τρελός"
4) Μ.Μητσάκης Αυτόχειρ, Αθήνα, εκδ. Ιστός, 1996.
5) Γ. Βιζυηνός, Το μόνο της Ζωής του Ταξείδιον. Αι Συνέπειαι της Παλαιάς Ιστορίας, Αθήνα, Ι.Ν. Σιδέρης
6) Γ.Βιζυηνός, Άπαντα τα Ποιήματα, Αθήνα, εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, 1996
 
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Τον καιρό που αργοπέθαινε στο Δρομακαϊτειο Νοσοκομείο ο Βιζυηνός, και λίγο προτού μεταναστέψει και σταδιοδρομήσει ως λογοτέχνης στο Παρίσι με το ψευδώνυμο Νικολά Σεγκύρ, ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος έγραφε μια σειρά από σύντομα διηγήματα, που τα ονόμαζε ο ίδιος «τρελά», με ήρωες ψυχικά διαταραγμένα άτομα σε κατάσταση όπου κυριαρχούν ο αισθησιασμός, ο σαδισμός και ο θάνατος. Ας σημειωθεί ότι τόσον η αρχαιοπρεπής γλώσσα και το αλλοπρόσαλλο ύφος, όσο και η νοσηρή ενασχόληση του Επισκοπόπουλου όχι μόνο με την τρέλα αλλά και με τον θάνατο θυμίζουν τον περιώνυμο αυτόχειρα της νεοελληνικής γραμματείας Περικλή Γιαννόπουλο, που μόλις εκείνο τον καιρό επέστρεφε από το Παρίσι ύστερα από μια νευροψυχιατρική κρίση. Αλλά ο νεαρός Επισκοπόπουλος, σε αντίθεση με τον Γιαννόπουλο, που λέγεται ότι ήταν φίλος του, κάθε άλλο παρά αλλοπρόσαλλος ήταν στη συμπεριφορά του.

Το τρελό της γειτονιάς, όπως ο Μητσάκης, ο Βιζυηνός, και αργότερα ο Βενέζης, τραγουδά και ο Κωστής Παλαμάς σε ποίημά του που περιλαμβάνεται στη συλλογή του 1928 «Δειλοί και Σκληροί Στίχοι» με τον τίτλο «Το τραγούδι του τρελλού», όπου κάποιος αλήτης παρακαλεί να μην τον πετροβολούν γιατί το μόνο του φταίξιμο είναι ότι δεν μπορεί να ξεχάσει την «κόρη τη δροσάτη» που τον αγάπησε και τώρα έχει πεθάνει.

Ανάμεσα στους παλαιούς λογοτέχνες που έγραψαν ιστορίες με θέμα την τρέλα είναι και ο Αργύρης Εφταλιώτης στο διήγημα του «Η τρελή» όπου περιγράφει μια νησιωτοπούλα που χάνει τα λογικά της όταν μαθαίνει ότι πνίγηκε ο αρραβωνιαστικός της, και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στο διήγημα του «Στρίγλα Μάνα», που έχει για ήρωα ένα άκακο «σχεδόν τρελό», όπως τον αποκαλεί ο συγγραφέας, που η τρέλα του, ωστόσο, μοιάζει περισσότερο με διανοητική καθυστέρηση παρά με ψύχωση, και αποδίδεται στην πιεστική και αλλοπρόσαλλη επίδραση της μητέρας του. Προβληματική είναι και η διάγνωση που επιτρέπει η εικόνα της περίφημης «φόνισσας» στην ομώνυμη νουβέλα του Παπαδιαμάντη.

Στον «Τρελό με τους Κόκκινους Κρίνους» ο Γρ. Ξενόπουλος καταφέρνει να μας πείσει ότι ο ήρωας του είναι πράγματι τρελός με την αποκάλυψη – shock, ότι στον κήπο με τους κόκκινους κρίνους που συμβολίζουν την αγάπη της πεθαμένης φίλης του, μια μαρμάρινη τράπεζα, που έχει σκαλισμένο απάνω το όνομά της, σκεπάζει το πτώμα της, που το έκλεψε εκείνος μια νύχτα από το νεκροταφείο.

Στη συλλογή διηγημάτων «Όνειρο Που Δεν τελειώνει» του Δημοσθένη Βουτυρά, του Έλληνα Μαξίμ Γκόρκυ, όπως τον αποκάλεσαν κάποτε, υπάρχει το διήγημα «Τι ήτανε καλύτερο;» όπου ένας μοναχικός άνθρωπος της υπαίθρου σκοτώνει τον εραστή της γυναίκας του και τρελαίνεται, εξελισσόμενος σε επικίνδυνο παρανοϊκό.

Σατιρική στην πρόθεσή της είναι η ιστορία του ακίνδυνου τρελού που περιγράφει ο σύγχρονος του Βουτυρά, στρατευμένος σοσιαλιστής συγγραφέας Κώστας Παρορίτης στο διήγημά του «Η Μηχανή του τρελού». Στο άσυλο καταλήγει και ο ήρωας του συντόμου αφηγήματος του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη «Ονειροπόλος», που προσπαθεί να ανακαλύψει τη Χημική σύσταση του Χρόνου για να μπορέσει να τον περιορίσει σ’ ένα γυαλί του εργαστηρίου του έτσι ώστε να εκδικηθεί τους «μεγαλόσχημους κυρίους που γέμισαν τον κόσμο με σαπουνόφουσκες», τους τοκογλύφους που δεν θα ξέρουν τι να κάνουν με τους τόκους και τα επιτόκια τους, με ποια ημερομηνία θα βγάζουν τις εφημερίδες τους. Μια παρόμοια αθώα τρέλα περιγράφει και ο Ηλίας Βενέζης στο μυθιστόρημα του «Αιολική Γη», την περίπτωση ενός ονειροπαρμένου γεροντοπαλίκαρου, που προσπαθεί να κατασκευάσει το «αεικίνητο», μια μηχανή που κινείται από μόνη της χωρίς ποτέ να σταματά, για να την χαρίσει στην κοπέλα των ονείρων του. Πρόκειται για την ρομαντική ιστορία ενός τρελού που εκφράζει μια παιδική επιθυμία φυγής έτσι ώστε όπως την ξαναζεί ο συγγραφέας μέσα στη νοσταλγία του για την χαμένη πατρίδα, την Ιωνία.

(συνεχίζεται)


Βιβλιογραφία

1) Ν. Επισκόπουλος, Τρελλά Διηγήματα, Αθήνα, Νεφέλη, 1989.
2) Κ. Παλαμάς, Δειλοί και Σκληροί Στίχοι, Σικάγον, 1928.
3) Α. Εφταλιώτης, Νησιώτικες Ιστορίες, Αθήνα, Εστία, 1894.
4) Α. Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Αθήνα Ελευθερουδάκης, 1930
5) Γρ. Ξενόπουλος, Ο τρελός με τους Κόκκινους Κρίνους, Αλεξάνδρεια, Εκδ. Οίκος Α. Κασιγόνη, 1926.
6) Δ. Βουτυράς, Όνειρο Που Δεν Τελειώνει, Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1923.
7) Κ. Παρορίτης, Οι Νεκροί της Ζωής, Αθήνα, Νεφέλη, 1988.
8) Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Ονειροπόλος», Άπαντα (επιμ. Χαρ. Σακελλαριάδη, Κλ. Παράσχου, Τέλλου Άγρα), Αθήνα, Πυρσός 1938.
9) Η. Βενέζη, Αιολική Γη, Αθήνα, εκδ. «Άλφα» Ι. Σκαζίκη, 1943
 
Last edited:
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

Ένας άλλος σημαντικός πεζογράφος του μεσοπολέμου που ασχολήθηκε με την τρέλα είναι ο Στρατής Μυριβήλης. Στο διήγημα του «Οι νεκροί που θυμούνται» περιγράφει με πολλή συμπάθεια δύο περιπτώσεις ασθενών σε κάποιο ψυχιατρείο.
Τύπους δημόσιου ψυχιατρείου σαν αυτούς του Μυριβήλη, περιγράφει ο Κώστας Βάρναλης στο βιβλίο του «Άνθρωποι» με την ιδιότητα του δημοσιογράφου όμως, και όχι του λογοτέχνη. Παρ’ όλη τη συμπάθεια με την οποία εκφράζεται γι’ αυτούς ο Βάρναλης δεν καταφέρνει να κρύψει την προκατάληψη του για τους τρελούς, καθώς συχνά τους ειρωνεύεται, κάνοντας εύκολο χιούμορ εις βάρος τους.

Στους επώνυμους τρελούς της ελληνικής λογοτεχνίας συγκαταλέγονται ο θεατρικός συγγραφέας και ζωγράφος των αρχών του αιώνα Γεράσιμος Βώκος και ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ποιητής του μεσοπολέμου Άριστος Καμπάνης, που σαν τους Βιζυηνό, Μητσάκη και Φιλύρα, νοσηλεύτηκαν και πέθαναν στο Δρομοκαϊτειο.

Με την τρέλα ασχολήθηκε και ο σύγχρονος του Μυριβήλη, του Βενέζη και του Βάρναλη, Γιάννης Σκαρίμπας, στο διήγημα του «Κομμωτής κυριών» του οποίου ο ήρωας κατηγορείται για ανθρωποκτονία κι έχει λόγους να φαντάζεται ότι πάσχει από σχιζοφρένεια, κάτι που θα μπορούσε να τον γλυτώσει από την φυλακή, αλλά που θα τον οδηγούσε στο Δαφνί. Η αφήγηση είναι στο πρώτο πρόσωπο , όπως άλλωστε τα περισσότερα κείμενα του ιδιόρρυθμου Χαλκιδαίου πεζογράφου και ποιητή του μεσοπολέμου, που όλοι ανεξαιρέτως οι ήρωες του, αν δεν είναι τρελοί, είναι εκκεντρικοί και παραδοξολόγοι.

Τρελός εξ’ ορισμού είναι ο ήρωας ενός άλλου ψυχιάτρου συγγραφέα, του Αριστοτέλη Νικολαΐδη, στο μυθιστόρημα του «Εξορκίζοντας Θάνατο», που κινείται μέσα και γύρω από το ψυχιατρείο της Ελβετίας, όπως και ο ήρωας του Γιωργή Γιατρομανωλάκη στο μυθιστόρημα του «Ανωφελές Διήγημα» ένας υπαρκτός παρανοϊκός – μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης – σε μια καφκική αναπαράσταση της τραγικής του πορείας από το μαζικό έγκλημα στην αυτοκτονία.

Ο Νικολαΐδης έχει ασχοληθεί επανειλημμένως ως συγγραφέας με την τρέλα, πιο συγκεκριμένα σε δύο διηγήματα της συλλογής του «Κάτω Από Τόσα Βλέφαρα» που έχουν αντίστοιχα τους τίτλους «Αντί οφθαλμού», και «Στα τάρταρα» , το πρώτο γύρω από την παραληρηματική σχέση μιας ψυχωτικής γυναίκας που κάποτε αυτοεξόρυξε το ένα της μάτι, και του εραστή της, επίσης ψυχιατρικού ασθενούς, και το δεύτερο με θέμα ένα ψυχιατρείο καταδίκων.

Από την άλλη, ο Λούσιας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Χουλιαρά, είναι ένας διανοητικά καθυστερημένος έφηβος, μα ακούγεται μάλλον σαν ένας απίθανος idiot savant, καθώς μπορεί και θυμάται κατά λέξη μακροσκελείς διαλόγους και, παρότι αναλφάβητος, επιγραφές στην καθαρεύουσα της εποχής του.

Ως idiot savant θα μπορούσε να θεωρηθεί και ο αδελφός του «Μεγάλου Παιδιού» του ήρωα του ομότιτλου μυθιστορήματος του Χ.Α. Χωμενίδη, μόνο που αυτός καταλήγει στο ψυχιατρείο ως σχιζοφρενής. Αλλά και ο πατέρας του έχει όλα τα στοιχεία ψυχιατρικής περιπτώσεως με επεισοδιακό παραλήρημα μεγαλείου και ψευδαισθήσεις, που έχουν τη δύναμη να παρασύρουν τους γύρω του, από τη μητέρα και τον παππού του ανήλικου ήρωα ως τους συγχωριανούς του, στον κόσμο της τρέλας. Όπως στον Λούσια του Χουλιαρά, η τρέλα στο μυθιστόρημα του Χωμενίδη είναι ένα λογοτεχνικό κατασκεύασμα με σατιρικές προθέσεις που αφορούν το κοινωνικό σύνολο και όχι την παθολογία των συγκεκριμένων προσώπων. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του Κωστή Παπαγίωργη «Σύνδρομο αγοραφοβίας», που σατιρίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μέσα από δεκατρείς συνεδρίες με κάποιον σκιώδη ή φανταστικό ψυχίατρο, γύρω από μια λιτανεία ψυχοσωματικών και νευρωτικών (υστερικών, φοβικών και υποχονδριακών) συμπτωμάτων, καθώς και μια δόση αλκοολισμού, τα οποία τελικά εξαφανίζονται με την αυτοπειθαρχία, την «κατακλυσμική εμπειρία» και τον αυτοσαρκασμό. Και η νεανική νουβέλα του Βασίλη Βασιλικού «Μια ιστορία αγάπης» έχει για ηρωίδα μια νευρωτική γυναίκα με έντονα υποχονδριακά συμπτώματα, όπως υποχονδριακός, με μια «μανία» για φάρμακα και θεραπευτικές επεμβάσεις είναι και ο ήρωας ενός σύντομου διηγήματος του Ε.Χ. Γονατά με τον τίτλο «Τρελός».

Μία ακραία περίπτωση ψυχοπαθολογίας είναι και αυτή που περιγράφει στο δεύτερο μυθιστόρημα της «Έρως Φαρμακοποιός» και η Φωτεινή Τσαλίκογλου, του οποίου η ηρωίδα στην προσπάθεια της να απαλλαγεί από μια συμβιωτική σχέση με τον ανοϊκό πατέρα της, καταφεύγει σ’ ένα ερωτικό παραλήρημα που καταλήγει στην αυτοκτονία.

Με ψυχιατρικούς ασθενείς ασχολείται και ο Κωστής Γκιμοσούλης στο μυθιστόρημα του «Μια νύχτα με την Κόκκινη» και ιδιαίτερα στο τελευταίο του «Χέρι στη Φωτιά», όπου αφηγείται με πολλές κλινικές λεπτομέρειες, στις οποίες περιπλέκονται ιδιόρρυθμοι ψυχίατροι και δευτέρας κατηγορίας ψυχιατρεία, στο ιστορικό μιας ψυχωτικής κοπέλας, η οποία αυτοκτονεί ύστερα από μια παραληρητική προσπάθεια να λυτρωθεί από την αρρώστια της μεταφέροντας τα οιδιπόδεια συναισθήματά της από τον ψυχοπαθητικό πατέρα της σ’ ένα νεαρό άγνωστο, που σε τούτη την περίπτωση είναι ο ίδιος ο συγγραφέας.
Ψυχασθενής είναι και η μητέρα της ηρωίδας της Μιμίκας Κρανάκη στη νουβέλα της «Το Τσίρκο»

(συνεχίζεται)


Βιβλιογραφία

1) Σ. Μυριβήλης, Το Γαλάζιο Βιβλίο, Αθήνα, Πυρσός, 1939.
2) Κ. Βάρναλης, Άνθρωποι, Αθήνα, Κέδρος
3) Γ. Χειμωνάς, Τα ταξίδια μου, Αθήνα, Κέδρος, 1984.
4) Α. Νικολαΐδης, Εξορκίζοντας Θάνατο, Αθήνα, Κέδρος, 1985 / Κάτω από τόσα βλέφαρα, Διαδοχικές Ιστορίες, Αθήνα, Κέδρος 1992
5) Γ. Γιατρομανωλάκης, Ανωφελές Διήγημα, Αθήνα, Κέδρος, 1993.
6) Ν. Χουλιαράς, Ο Λούσιας, Αθήνα, Κέδρος, 1979.
7) Χ.Α. Χωαμενίδης, Το Σοφό Παιδί, Αθήνα, Εστία, 1994
8) Κ. Παπαγιώργης, Σύνδρομο αγοραφοβίας, Αθήνα, Καστανιώτης, 1998.
9) Φ. Τσαλίκογλου, Η κόρη της κυρίας Αλκαίου, Αθήνα, Καστανιώτης, 1996 / Έρως Φαρμακοποιός, Αθήνα, Καστανιώτης, 1998.
10) Μ. Κρανάκη, Το Τσίρκο, Αθήνα, Ίακρος, 1985.
 
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Άλλοι νεοέλληνες συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με την τρέλα είναι από μεν τους παλαιότερους, η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, ο Παύλος Νιρβάνας, και ο Θέμος Ποταμιάνος, από δε τους νεώτερους τους μεταπολεμικούς, ο Σωτήρης Πατατζής, ο Γεράσιμος Γρηγόρης, ο Τριαντάφυλλος Πίττας, ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, και ο σκηνοθέτης του θεάτρου και μυθιστοριογράφος Γιώργος Μιχαηλίδης. Προκειμένου με το θέατρο και σε αντίθεση με την αρχαία ελληνική τραγωδία, είναι πολύ λίγα τα νεοελληνικά έργα που ασχολούνται με την τρέλα. Ένα από αυτά είναι το τρίπρακτο δράμα του Σπύρου Μελά «Το χαλασμένο σπίτι» που κατά τον Άριστο Καμπάνη, θυμίζει Χάουπτμαν και κατ’ άλλους Γκόργκι, στο οποίο υπάρχει, ως δευτερεύων χαρακτήρας, η τρελή αδελφή Ανθούλα, μια αλαφροΐσκιωτη κοπέλα που η αρρώστια της αποδίδεται στο έκλυτο παρελθόν του πατέρα της (προφανώς συφιλιδική μόλυνση). Και στο σύγχρονο και αδημοσίευτο «Σου είπα Άννα!» του Παναγιώτη Μέντη, η ηρωίδα είναι μια χρόνια σχιζοφρενής κόρη σχιζοφρενούς μητέρας. Αλλά και στην νεώτερη ποίηση δεν συναντά κανείς το θέμα της τρέλας παρά έμμεσα ή αλληγορικά, όπως στο ποίημα του Καρυωτάκη «Ωχρά σπειροχαίτη», που πρωτοδημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Τραγούδι παραφροσύνης», και στο «Τραγούδι της Αδελφής μου» του Γιάννη Ρίτσου, προπολεμικά και τα δύο. Το ποίημα του Σεφέρη «Ένας στοιχειοθέτης παρεφρόνησε», με τον υπότιτλο «Ταγκό», προπολεμικό κι αυτό, είναι ένα υπερρεαλιστικό παιχνίδι που έχει για θέμα τον έρωτα μάλλον παρά την τρέλα.

Συνοψίζοντας , ανάμεσα στους Νεοέλληνες ποιητές και συγγραφείς στων οποίων το έργο συναντά κανείς την τρέλα επανειλημμένως είναι, από τους παλαιότερους , ο Διονύσιος Σολωμός και ο Γεώργιος Βιζυηνός, και από τους νεότερους ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης, ο Γιώργος Χειμωνάς, και η Φωτεινή Τσαλίκογλου. Για τους δύο πρώτους μπορεί εύκολα να βγει το συμπέρασμα ότι το ενδιαφέρον τους για την τρέλα (και στην περίπτωση του Σολωμού την αυτοκτονία) ήταν προσωπικό. Στην περίπτωση του Βιζυηνού, θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ως εξήγηση του ενδιαφέροντος του και το γεγονός ότι, ως φοιτητής της Ψυχολογίας, είχε προβληματισθεί με το φαινόμενο της ψυχικής αρρώστιας. Μια τέτοια εξήγηση θα ήταν ίσως αρκετή και για τις περιπτώσεις των τριών σύγχρονων συγγραφέων που επανέρχονται στο θέμα της τρέλας επανειλημμένως, του Αριστοτέλη Νικολαΐδη, του Γιώργου Χειμωνά, και της Φωτεινής Τσαλίκογλου, που και οι τρείς τους ασχολήθηκαν με το θέμα επαγγελματικά – αν και ο Χειμωνάς δεν χειρίζεται τους ήρωες του ως ψυχιατρικούς ασθενείς, ενώ οι ιστορίες της Τσαλίκογλου είναι εμφανώς αυτοβιογραφικές.

Βιβλιογραφία

1) Α. Παπαδοπούλου, Κόρη Ευπειθής, Αθήνα, Νεφέλη, 1993.
2) Θ. Ποταμιάνος, Τόπον εις τους Τρελούς, Αθήναι, Σ. Ζηκάκης, 1923.
3) Σ. Πατατζής, Νεράιδα του Βυθού, Αθήνα, Μαυρίδης, 1949.
4) Τ. Πίττας, Φαντασία, Αθήνα, Εστία, 1989.
5) Β. Ραπτόπουλος, Λούλα, Αθήνα, Κέδρος, 1997.
6) Γ. Μιχαηλίδης, Τα Φονικά, Αθήνα, Καστανιώτης, 1991.
7) Σ. Μελάς, Το Χαλασμένο Σπίτι ( δράμα σε τρία μέρη), Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1909.
8) Γ. Ρίτσος, Το Τραγούδι της Αδελφής μου, Αθήνα, Γκοβόστης, 1937.
9) Γ. Σεφέρης, τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Αθήνα, Ίκαρος 1976.


Πέρα της αναγραφόμενης βιβλιογραφίας η παρουσίαση των ανωτέρω κειμένων που διαπραγματεύονται το θέμα της τρέλας στην Νεοελληνική λογοτεχνία βασίστηκε στο μεγαλύτερο μέρος, στο βιβλίο του Πέτρου Χαρτοκόλλη «Λογοτεχνία και Ψυχανάλυση» των εκδόσεων «Θεμέλιο» (1999).

Πέτρος Χαρτοκόλλης, συγγραφέας, ψυχαναλυτής και λογοτέχνης σπούδασε ιατρική, κλινική ψυχολογία, ψυχιατρική, και ψυχανάληση στην Ελλάδα, την Ελβετία και την Αμερική. Διετέλεσε διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής Μέννιγκερ στις ΗΠΑ και καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Πάτρας. Έχει δημοσιεύσει περί τα εκατό ψυχιατρικά άρθρα και οκτώ βιβλία ,πέντε επιστημονικά και τρία λογοτεχνικά, στα ελληνικά και στα αγγλικά.

Τα λογοτεχνικά βιβλία του είναι: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός»(διηγήματα), Αθήνα 1970, «Οιδιπόδειο ’46 – ‘47» (μυθιστόρημα), Αθήνα 1993, και το «Και η Σελήνη εγένετο ως αίμα» (μυθιστόρημα), Εστία, Αθήνα 1998.
 
Σ' ευχαριστώ Μήτις. Όταν "αποκαλυφθεί" και από άλλους λογοτέχνες και πεζογράφους μας ανάλογο υλικό, φυσικά και θα συνεχιστεί η παρουσίαση του θέματος.
 
Ονειρευτή, πολύ καλή δουλειά!

Διάβασα αυτή την κριτική για ένα νέο βιβλίο που σχετίζεται με το θέμα και την παραθέτω.
 
Εξαιρετική παρουσίαση, Ονειρευτή, ευχαριστούμε πολύ.

Να θυμίσω επίσης το πολυσυζητημένο "Βιβλίο της Κατερίνας" του Αύγουστου Κορτώ, που τον χειμώνα που μας πέρασε ανέβηκε και στο θέατρο.

Σε βιβλίο κυκλοφορεί το εξαιρετικά επιτυχημένο θεατρικό έργο "Το γάλα" του Βασίλη Κατσικονούρη, που έγινε και κινηματογραφική ταινία.
 
Last edited:
Top