Ήταν στην πρώτη (ή δευτέρα; ) λυκείου, όταν η φιλόλογος μας έδωσε μια λίστα ελληνικών μυθιστορημάτων. Τότε, ακολουθώντας μια από τις προτάσεις, αγόρασα την “Έξοδο” του Βενέζη δίχως να γνωρίζω το περιεχόμενο του. Αν και ασυνήθιστο για εμένα, θυμάμαι πως το διάβασα μονομιάς και -δυστυχώς- το δάνεισα κάπου και -φυσικά- δεν το ξαναείδα ποτέ στη ζωή μου. (Η απώλεια αυτού του βιβλίου, ήταν η μία εκ των δύο περιπτώσεων δανεικών και αγύριστων που με έκανε να -μου- επιβάλλω τον απεχθή κανόνα “δεν δανείζω βιβλία”). Έτσι, έχασα ένα καλό βιβλίο και με τα χρόνια ξέχασα τις λεπτομέρειες της ιστορίας του. Όμως δεν έφυγε από τη μνήμη μου ποτέ, μια σκηνή που περιγράφει. Δεν ήταν κάτι συνταρακτικό και -θα το δείτε- ωχριά μπροστά σε άλλες που περιγράφονται, αλλά η εικόνα των ηρώων που άρχισαν να “βοσκάνε χορτάρι” από την πείνα, με συνόδεψε για χρόνια. Ήταν αυτή η σκηνή που με έκανε να αγοράσω ξανά την “Έξοδο” και έστω νοητά, να μεταφερθώ ξανά στις κακουχίες και την αγριότητα του πολέμου.
Στο μνημειώδες αυτό έργο, ακολουθούμε τις περιπέτειες μιας ομάδας προσφύγων (δύο γυναίκες από την Καστοριά και μια οικογένεια από τη Θράκη) και δυο φυλακισμένων οι οποίοι απέδρασαν από τη φυλακή, όταν αυτή βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς εισβολείς. Οι περιπέτειες της ομάδας κατά μήκος του δρόμου, προσπαθώντας να φτάσει στην Αθήνα, διακόπτονται -ή μάλλον, συνεχίζονται- όταν η τύχη θα τους φέρει κοντά στους δυο φυλακισμένους οι οποίοι είχαν βρει καταφύγιο σε ένα βουνό, κοντά σε ένα βοσκό.
Λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο ένστικτο της επιβίωσης, στο πρέπον και το ηθικό καθώς και προσωπικά δράματα, συνθέτουν ένα από τα πιο όμορφα και δυνατά διηγήματα που πραγματεύονται την Κατοχή.
Το στοιχείο το οποίο θεωρώ “το διαμάντι στο στέμμα” (όπως λένε και οι φίλοι μας οι Άγγλοι), είναι οι ιστορίες που αναφέρονται σε όσα έχει δει η σπηλιά!
Στο μνημειώδες αυτό έργο, ακολουθούμε τις περιπέτειες μιας ομάδας προσφύγων (δύο γυναίκες από την Καστοριά και μια οικογένεια από τη Θράκη) και δυο φυλακισμένων οι οποίοι απέδρασαν από τη φυλακή, όταν αυτή βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς εισβολείς. Οι περιπέτειες της ομάδας κατά μήκος του δρόμου, προσπαθώντας να φτάσει στην Αθήνα, διακόπτονται -ή μάλλον, συνεχίζονται- όταν η τύχη θα τους φέρει κοντά στους δυο φυλακισμένους οι οποίοι είχαν βρει καταφύγιο σε ένα βουνό, κοντά σε ένα βοσκό.
Λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο ένστικτο της επιβίωσης, στο πρέπον και το ηθικό καθώς και προσωπικά δράματα, συνθέτουν ένα από τα πιο όμορφα και δυνατά διηγήματα που πραγματεύονται την Κατοχή.
Το στοιχείο το οποίο θεωρώ “το διαμάντι στο στέμμα” (όπως λένε και οι φίλοι μας οι Άγγλοι), είναι οι ιστορίες που αναφέρονται σε όσα έχει δει η σπηλιά!