Αγαπημένα αποσπάσματα από βιβλία

Το νερό ερχόταν να παφλάσει πλάι στους ψαράδες, και στάθηκα να τους χαζέψω.
Πραγματικά δε βιαζόμουν ούτε εγώ, όχι περισσότερο από εκείνους.
Ήταν σα να΄χα φτάσει στη στιγμή, στην ηλικία ίσως, που ξέρεις πια καλά τι χάνεις κάθε ώρα που περνάει. Μα δεν έχεις ακόμη αποκτήσει το σθένος της φρόνησης, που χρειάζεται για να σταματήσεις μονομιάς στο δρόμο του χρόνου, κι άλλωστε αν σταματούσες, δε θα ΄ξερες τι να κάνεις δίχως αυτή την τρέλα να προχωράς, που σε κυριεύει και που τη θαυμάζεις απ΄την πρώτη νιότη σου.
Είσαι ήδη λιγότερο περήφανος γι΄αυτή, για τη νιότη σου, δεν τολμάς ακόμη να ομολογήσεις δημοσίως πως ίσως να μην είναι παρά μόνον αυτό η νιότη σου, η βιάση να γεράσεις.

Σελίν "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας"
 
-Πώς πρέπει να αγαπούμε το Θεό γέροντά μου; ρώτησε
-Αγαπώντας τους ανθρώπους παιδί μου.
-Και πώς πρέπει να αγαπούμε τους ανθρώπους;
-Μοχτώντας να τους φέρουμε στο σωστό δρόμο.
-Και ποιος είναι ο σωστός δρόμος;
-Ο ανήφορος.


«Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», Καζαντζάκης
 
Σε έναν κόσμο που οι άνθρωποι θα δούλευαν λίγο,που ο καθένας θα είχε αρκετή τροφή,θα ζούσε σε ένα σπίτι με λουτρό και ψυγείο,θα είχε δικό του αυτοκίνητο ή ακόμα και αεροπλάνο,η πιο φανερή και ίσως η πιο σημαντική μορφή της ανισότητας θα είχε κιόλας εξαφανιστεί.Άν γενικευόταν ο πλούτος δεν θα παρείχε καμία διάκριση.
Αναμφίβολα,θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια κοινωνία οπου ο πλούτος,με την έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας και της πολυτέλειας,θα μοιραζόταν ίσα,ενώ η δύναμη θα έμενε στα χέρια μιας μικρής προνομοιούχας τάξης.Αλλά στην πράξη,μια τέτοια κοινωνία δεν θα μπορούσε να μείνει σταθερη για πολύ.Γιατί αν όλοι απολάμβαναν με τον ίδιο τρόπο τις ανέσεις και την ασφάλεια,η αποβλακωμένη απο την φτώχεια μεγάλη μάζα των ανθρώπων θα μπορούσε να μορφωθεί και να μάθει να σκέφτεται για τον εαυτό της και όταν θα γινόταν αυτο αργά ή γρήγορα αυτή η μάζα θα καταλάβαινε οτι η προνομοιούχα μειοψηφία δεν έιχε κανένα λόγο ύπαρξης και θα την έβγαζε απο την μέση...
Ούτε η διατήρηση των μαζών στην φτώχεια με τον περιορισμό της παραγωγης αγαθών ήταν ικανοποιητική λύση.Αυτή η λύση εφαρμόστηκε σε μεγάλη κλίμακα κατά το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού,χονδρικά τοποθετημένο το 1920 και το 1940.Άφησαν να τελματωθεί η οικονομία πολλών χωρών,η γή εκταταλείφθηκε ακαλλιέργητη,σταμάτησαν οι επενδύσεις,μεγάλες μάζες εμποδίστηκαν να εργαστούν και φυτοζωούσαν με κρατικά επιδόματα.Αλλα και η κατάσταση αυτη έφερε στρατιωτική αδυναμία,καθως οι στερήσεις που επέβαλλες δεν ωφελούσαν σε τιποτα...
Το πρόβλημα ήταν πως να συνεχιστεί η βιομηχανική παραγωγή χωρίς να αυξηθεί ο παγκόσμιος πλούτος.Τα προιόντα επρεπε να παράγονται αλλα να μη διανέμονται.Στην πράξη ο μόνος τρόπος για να το πετύχουν αυτο ήταν να κάνουν συνεχώς πόλεμο.Ο πόλεμος κατ'ουσίαν είναι η καταστροφή,όχι απαραίτητα της ανθρώπινης ζωής αλλα των προιοντων του ανθρώπινου μόχθου.Ο πόλεμος ειναι ο τρόπος με τον οποιον μπορούν να καταστραφούν ,να διαλυθούν ή να βυθιστούν στα βάθη της θάλασσας υλικά, που αλλίως θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να κάνουν τις μάζες να ζούν πιο άνετα και κατα συνέπεια να σκέφτονται περισσοτερο απο οσο είναι επιθυμητο.
Κρατούν όλο τον κόσμο,ακόμα και τις προνομοιούχες τάξεις ,κοντά στα όρια της φτώχειας,κατόπιν εσκεμμένης πολιτικής...
Δεν έχει σημασία αν γίνεται πραγματικα πόλεμος...Το απαραίτητο ειναι να υπάρχει η εμπόλεμη κατάσταση...
Στο παρελθόν οι χώρες μάχονταν μεταξύ τους και ο νικητής λεηλατούσε τον νικημένο.Σήμερα,δεν μάχονται καθόλου μεταξύ τους.Ο πόλεμος διεξαγεται απο κάθε άρχουσα τάξη εναντίων των υποτελών της και ο αντικειμενικός σκοπός του δεν ειναι η εδαφική κατάκτηση ή αμυνα αλλα το να διατηρηθεί άθικτη η κοινωνική δομή.

“1984″
~George Orwell~
 
Το Υπουργείο Ειρήνης ασχολείται με τον Πόλεμο,το Υπουργείο Αλήθειας με τα Ψέμματα,το Υπουργείο Αγάπης με τα Βασανιστήρια και το Υπουργείο Αφθονίας με την Πείνα.Αυτές οι αντιφάσεις δεν ειναι τυχαίες ούτε αποτέλεσμα μιας συνηθισμένης υποκρισίας: είναι ηθελημένες εφαρμογές της διπλής σκέψης.Γιατί μονο συμβιβάζοντας τις αντιφάσεις μπορεί να διατηρηθεί επ 'άπειρον η εξουσία...Για να αποτραπεί για πάντα η ισότητα - για να διατηρήσει παντοτινά τη θέση της η Ανώτερη τάξη- η κυρίαρχη κατάσταση πρέπει να είναι η κατευθυνόμενη τρέλα.

“1984″
~George Orwell~
 
Με το ν'ανήκεις στην μειοψηφία,ακόμα και στην μειοψηφία του ενός,δεν σημαίνει πως είσαι τρελός,Υπήρχε η αλήθεια ,υπήρχε το ψεμα και αν έμενες προσκολλημένος στην αλήθεια,έστω και ενάντια σε όλο τον κόσμο,αυτό δεν θα σε έκανε τρελό!

“1984″
~George Orwell~
 
Μου πήρε πολύ χρόνο και χρειάστηκε να γυρίσω σχεδόν ολόκληρο τον κόσμο για να μάθω όσα ξέρω για την αγάπη, τη μοίρα και τις επιλογές που κάνουμε στη ζωή. Η ουσία τους, όμως, μου αποκαλύφθηκε σε μια μόνο στιγμή, καθώς με βασάνιζαν αλυσοδεμένο πάνω σ' έναν τοίχο. Μέσα από τα σιωπηλά ουρλιαχτά που ξέσκιζαν το μυαλό μου, συνειδητοποίησα ότι ακόμα κι έτσι, αλυσοδεμένος, αιμόφυρτος, αβοήθητος, δεν έπαυα να είμαι ελεύθερος. Ελεύθερος να μισήσω αυτούς που με βασάνιζαν, ή να τους συγχωρήσω. Δεν με νοιάζει να είμαι και τίποτα σπουδαίο, το αναλογίζομαι. Αλλά όταν δεν έχεις τίποτα άλλο, φυλακισμένος με μια αλυσίδα να δαγκώνει τη σάρκα σου, μια τέτοια ελευθερία αντιπροσωπεύει ένα ασύνορο σύμπαν δυνατοτήτων. Και η επιλογή που κάνεις, μίσος ή συγχώρεση, μπορεί να γίνει η ιστορία της ζωής σου.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι η πρώτη παράγραφος από το βιβλίο
Σανταράμ, του Gregory David Roberts

Με κέρδισε από την πρώτη κιόλας αυτή παράγραφο και το εν τέλει βρήκα φοβερό, παρότι χαοτικό (973 σελίδες μεγάλων διαστάσεων, 23x15)
 
(Ο Καζαντζάκης δια στόματος Μιχελή)

-Όπως τον καντατήσατε εσείς, οι παπάδες, οι δεσποτάδες, οι νοικοκυραίοι, ο Χριστός έγινε ένας γερο-Λαδάς, τοκογλύφος, υποκριτής, παμπόνηρος, ψεύτης, δειλός, με τα σεντούκια γεμάτα τούρκικες και εγγλέζικες λίρες... Και τα κάνει πλακάκια ο Χριστός ο δικός σας, με όλους τους δυνατούς της γης, για να γλιτώσει το τομάρι του και το πουγγί του!

Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Ν.Καζαντζάκης
 
Στάσου να γεράσεις κι εσύ και θα καταλάβεις.
Όλα αλλάζουν.
Όταν ήμουν νέος είχα μυαλό κουκούτσι και μια φούσκα σαν καρπούζι.
Τώρα είμαι τόσο γέρος και σοφός που το μυαλό μου πάει να σκάσει μέσα στο κρανίο μου, σαν μαθητούδι στην περσινή ποδιά του, αλλά κατουράω κάθε μισή ώρα.

Τάδε έφη Ότο Βίτε, ο αφηγητής και ήρωας στο βιβλίο "Ένας τσιρκολάνος, μία καμήλα και 4.000.000 ερωτήσεις" του Άντριου Νίκολ
 
-Αν ο Μουχαμέτης μας, είπε ο Αγάς σφουγγίζοντας τα μουστάκια του, αν ο Μουχαμέτης μας και ο Χριστός σας έπιναν ρακή και σκουντρούσαν όπως εμείς οι δύο καπετάνιο, θα γίνονταν φίλοι γκαρδιακοί· δε θα θελε να βγάλει ο ένας τα μάτια του άλλου... Μα δεν έπιναν και κύλησαν τον κόσμο στα αίματα...

Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, Καζαντζάκης
 

Ίζι

Κυρά των Σκιών
Ήθελα καιρό να βάλω αυτό το κομμάτι, που περιγράφει δύο διαφορετικούς τύπους αντρών, όμως βαριόμουν να το αντιγράψω. Απ’ το καλύτερο, ίσως, βιβλίο που διάβασα τα τελευταία χρόνια, ένα υπέροχο απόσπασμα για τον έρωτα και το ταίριασμα:

"Αν οι παλιοί ερωτικοί μου σύντροφοι (συγγνώμη – όλοι αυτοί οι "άχρηστοι"), από την Αρλ, το Τελ Αβίβ ή όπου αλλού, ήταν μια αντιπροσωπευτική συλλογή, μάλλον θα ήταν της μοίρας μου να καταλήξω με έναν αυστηρά εγκεφαλικό τύπο, λιπόσαρκο και νευρώδη. Οστεώδεις αγκώνες, πεταχτό μήλο του Αδάμ, στενοί καρποί. Αυστηρά χορτοφάγος. Τύπος αγχώδης, που διαβάζει Νίτσε, φοράει γυαλιά, απορρίπτει την εποχή του και περιφρονεί το αυτοκίνητο. Μανιώδης ποδηλάτης και περιηγητής της υπαίθρου. Κατ’ επάγγελμα περιθωριακός – αγγειοπλάστης ίσως, λατρεύει το ακατέργαστο ξύλο και τους βοτανόκηπους. Πίσω από τον άγριο συγκρατημένο θυμό με τον οποίο πετάει τα αποτυχημένα πήλινα βάζα του σε ένα παλιό βαρέλι, κρύβονται τα όνειρά του για μια απλή ζωή στη φύση με χειρωνακτική δουλειά από τα χαράματα και μακριά ηλιοβασιλέματα στην κουνιστή πολυθρόνα της βεράντας. Αδυναμία στη μαριχουάνα. Τάση προς τη μελαγχολία. Συγκρατημένη αλλά ανελέητη αίσθηση του χιούμορ. Ξερό, απόμακρο γέλιο. Μασάζ στην πλάτη. Ανακύκλωση. Μουσική σιτάρ και ένα σύντομο φλερτ με τον Βουδισμό που ευτυχώς το έχει πια ξεπεράσει. Βιταμίνες και μπριτζ, φίλτρα νερού και γαλλικές ταινίες. Ειρηνιστής, με τρεις κιθάρες αλλά χωρίς TV, κακή σχέση με ομαδικά σπορ γιατί ως παιδί οι άλλοι τον κορόιδευαν. Μαλλιά που αρχίζουν να υποχωρούν στους κροτάφους. Μελαχρινή μακριά αλογοουρά που πέφτει απαλά πίσω στην πλάτη. Ωχρό, κιτρινιάρικο δέρμα, όψη σχεδόν ασθενική. Τρυφερό ψιθυριστό σεξ. Περίεργα σκαλιστά ξύλινα φυλαχτά περασμένα σε ένα κορδόνι γύρω από τον λαιμό, που δεν εξηγεί γιατί τα έχει και δεν τα βγάζει ούτε στο μπάνιο. Ημερολόγια που δεν έπρεπε να διαβάσω, γεμάτα φρικαλέα αποκόμματα που αποδεικνύουν σε τι άθλιο κόσμο ζούμε. Κυνικός ως προς τα κυρίαρχα πολιτικά ρεύματα, ειρωνικά αποστασιοποιημένος από τη λαϊκή κουλτούρα. Και το κυριότερο; Ξένος, αλλά με άπταιστα αγγλικά και χαριτωμένη βρετανική προφορά.

Θα ζούσαμε στην εξοχή – στην Πορτογαλία ή σε κάποιο χωριουδάκι στην Κεντρική Αμερική – και το αγρόκτημά μας στην κορυφή του λόφου θα πουλούσε αυγά ημέρας, φρέσκο βούτυρο και χοντρές κολοκύθες με μεγάλα σπόρια. Το μικρό πέτρινο σπίτι μας θα έβριθε από ερπετά και έντομα, στα περβάζια των παραθύρων θα άνθιζαν κόκκινα γεράνια, θα ψήναμε νόστιμο ψωμί από σίκαλη και μπισκότα καρότου για τους αγρότες γείτονές μας. Άνθρωπος με μεγάλη μόρφωση, ο φανταστικός σύντροφός μου θα σκάλιζε συνεχώς το έδαφος του ειδυλλίου μας, τσιμπολογώντας τους σπόρους της ίδιας του της δυσαρέσκειας. Και, ζώντας μέσα στην αφθονία της φύσης, θα γινόταν όλο και πιο εκδικητικά ασκητικός.

Γελάς, ε; Γιατί κάπου εκεί ήρθες εσύ. Ψηλός, γεροδεμένος, κρεατοφάγος, με αχυρένια ξανθά μαλλιά και ροδαλό δέρμα που κοκκινίζει στον ήλιο. Μονίμως ορεξάτος. Με βροντερό, ασυγκράτητο γέλιο. Ένας άντρας που λέει ανέκδοτα με τον Τοτό. Χοτ ντογκ – ούτε καν τα λουκάνικα της Ανατολικής 86ης οδού, αλλά χοντρά, λιπαρά χοιρινά εντόσθια σε εκείνο το τρομακτικό ροζ χρώμα. Μπέιζμπολ. Πάνινα κασκέτα. Ατάκες και εμπορικές ταινίες, νερό της βρύσης και μπίρες σε κουτάκι. Ένας ατρόμητος, εύπιστος καταναλωτής που διαβάζει τις ετικέτες των προϊόντων απλώς και μόνο για να επιβεβαιώσει ότι έχουν άφθονα πρόσθετα. Λάτρης των ανοιχτών δρόμων, και παθιασμένος με το ανοιχτό φορτηγάκι του, πιστεύει πώς τα ποδήλατα είναι για τους βλαμμένους. Άγριο πήδημα και βρομόλογα. Χωρίς καμία ενοχή που βλέπει μόνος του πορνό στο σπίτι. Θρίλερ, αστυνομικά και ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Συνδρομητής του National Geographic. Μπάρμπεκιου στην επέτειο της 4ης Ιουλίου και σχέδια να ξεκινήσει γκολφ όταν θα μπει στην τρίτη ηλικία. Τρελός για κάθε είδους άθλιο τζανκ φουντ: τσιπς, τυρογαριδάκια. Σκουίγκλις – γελάς, αλλά εγώ δεν τα βάζω ποτέ στο στόμα μου - ό,τι μπορεί να μοιάζει όσο το δυνατόν λιγότερο με τροφή και να απέχει τουλάχιστον έξι στάδια επεξεργασίας από το φυσικό προϊόν. Ένας τύπος που ακούει Μπρους Σπρίνγκστιν, τα πρώτα άλμπουμ, στη διαπασών, με το τζάμι του ημιφορτηγού κατεβασμένο και τα μαλλιά να ανεμίζουν. Που τραγουδάει δυνατά μαζί με την κασέτα- πώς είναι δυνατόν να αγάπησα εγώ έναν τόσο φάλτσο άντρα; Μπιτς Μπόις. Έλβις – ποτέ δεν ξέκοψες από τις ρίζες, πάντοτε λάτρης του απλού, παλιού ροκ εντ ρολ. Στομφώδη λόγια. Αλλά όχι απελπιστικά κολλημένος. Θυμάμαι, άκουσες Περλ Τζαμ και σου άρεσαν, και ήταν τότε που έπαψε να τους ακούει ο Κέβιν… Αρκεί η μουσική να ήταν ζωηρή. Δεν γούσταρες τα δικά μου – Έλγκαρ, Λίο Κότκε – αν και έκανες μια εξαίρεση για τον Άαρον Κόπλαντ. Σκούπισες βιαστικά τα μάτια σου στο Τάνγκλουντ σαν να τα καθάριζες από τσίμπλες, ελπίζοντας πως εγώ δεν είχα προσέξει ότι η «Ήσυχη Πόλη» σε έκανε να βουρκώσεις. Και εντελώς συνηθισμένες, προσιτές απολαύσεις: ο Ζωολογικός Κήπος του Μπρονξ και ο Βοτανικός Κήπος, το τρενάκι στο λούνα παρκ του Κόνι Άιλαντ, το φέρι μποτ του Στέιτεν Άιλαντ, το Εμπάιρ Στέιτ Μπίλντινγκ. Ήσουν ο μόνος Νεοϋορκέζος που ήξερα, που είχε όντως πάρει το φέρι μποτ για το Άγαλμα της Ελευθερίας. Με έσυρες κι εμένα μια φορά εκεί και ήμασταν οι μοναδικοί τουρίστες πάνω στο καραβάκι που μιλούσαμε αγγλικά. Ρεαλιστές ζωγράφοι – Έντουαρντ Χόπερ. Και, Θεός φυλάξει, Φράνκλιν, ρεπουμπλικάνος! Πίστη στην ισχυρή αμυντική οχύρωση της χώρας και κατά τα άλλα μικρή κυβέρνηση και χαμηλή φορολογία. Σωματικά επίσης, ήσουν για μένα φοβερή έκπληξη – σωστό φρούριο, μια ισχυρή άμυνα εσύ ο ίδιος. Υπήρχαν φορές που ανησυχούσες μήπως μου έπεφτες πολύ βαρύς, έκανα μείζον θέμα τις διαστάσεις σου, αν και ζύγιζες σταθερά κάπου μεταξύ 83 και 85, και πάλευες μια ζωή να διώξεις αυτά τα δύο κιλά για να μη μείνουν σαν σαμπρέλα γύρω από τη μέση σου στα γεράματα. Αλλά εμένα μου φαινόσουν τεράστιος. Τόσο γεροδεμένος και δυνατός, τόσο φαρδύς και συμπαγής, το άκρο αντίθετο από το ωχρό, λεπτεπίλεπτο, γωνιώδες πλάσμα της φαντασίας μου. Μονοκόμματος σαν κορμός βελανιδιάς, όπου πάνω του μπορούσα να στηρίξω το μαξιλάρι μου και να διαβάσω. Τα πρωινά κουλουριαζόμουν στις μασχάλες των κλαδιών σου. Πόσο τυχεροί είμαστε όταν γλυτώνουμε απ’ αυτό που νομίζουμε ότι θέλουμε!"


Λάιονελ Σράιβερ, "Πρέπει να Μιλήσουμε για τον Κέβιν"
 
"...Δεν είναι δικό σου το λάθος, μαμά, δεν είναι ούτε δικό μου, όχι, δε θέλω να πεθάνεις, όχι δε θέλω να σ'αφήσω, δεν υπάρχουν δύο τρόποι να πεις αντίο, λες αντίο σημαίνει ν' αρχίσεις να μην ασχολείσαι πια με τα ρούχα μου, ν' αρχίσεις να μη με ακούς όταν τραγουδάω, να μη με ντοπάρεις με λόγια προτρεπτικά, που εσύ μόνο ξέρεις να βρίσκεις για να μου ξαναδίνεις κουράγιο, δεν υπάρχεις παρά μόνο εσύ στον κόσμο, μαμά, που πιστεύεις σε μένα... Για να πεις αντίο, αρχίζεις λέγοντας την αλήθεια, λέγοντας ότι ο μπαμπάς κι εσύ δεν ήσασταν ο κόσμος, ότι αυτά που μας λέγατε για τον κόσμο δεν ήταν παρά στο κεφάλι σας, και αυτό που θέλατε, πάση θυσία, να πιστέψετε εσείς οι ίδιοι, για να μην ξεσπάσετε σε λυγμούς. Αρχίζεις λέγοντας ότι ο κόσμος, ο αληθινός κόσμος δεν είναι ωραίος κι ότι μέσα σ' αυτόν εσύ, ο πρώτος μου δυνατός έρωτας, δε θα μπορέσεις ποτέ να γίνεις ούτε άντρας μου, ούτε γυναίκα μου, ούτε υπηρέτρια, ούτε μέλλον μου, ότι δεν θα μπορέσεις καν να κρατήσεις τις υποσχέσεις που μου έδωσες, ότι αυτά που μου υποσχέθηκες, που με άφησες να ονειρευτώ και να υποψιαστώ, τα υποσχέθηκες αβασάνιστα, γιατί το ήξερες ότι θα ερχόταν μια στιγμή όπου όλα θα παραγράφονταν, νάτην, ήρθε... Ακόμη και για το πέταγμα της ηδονής επέτρεψες στον εαυτό σου να υποσχεθεί και να αναγγείλει: "Και τότε, μικρές μου, εκείνη τη στιγμή η γυναίκα βγαίνει από το σώμα της, βλέπει τα έλατα, τους χείμαρρους, τους πιο αιχμηρούς πάγους, είναι νύχτα κι ωστόσο ο ήλιος είναι εκτυφλωτικός", και τα λοιπά και τα λοιπά, δε θα συνέλθω ποτέ απ’ αυτό. Έπρεπε να μας πεις πρώτα ότι, αν θέλαμε να συνεχίσουμε να φιλιόμαστε το ίδιο ειλικρινά, το ίδιο υπέροχα, όπως όταν μας φιλούσες εσύ βράδυ και πρωί, έπρεπε να ψάξουμε πολύ, μακριά για χρόνια, να υποστούμε πολλές δοκιμασίες και ότι κινδυνεύαμε να μη βρούμε ποτέ παρά μητριές και πατριούς, σαν αυτούς που κρύβονται πίσω απ’ τον κορμό κάθε δέντρου στο δάσος, που μ' αυτό μας φοβέριζες όταν ήμαστε παιδιά, στρογγυλεύοντας το στόμα σου. "Και τότε..." έλεγες εσύ. Και τότε; Και τότε μαμά; Τι έγινε; Ξέχασες τη συνέχεια; Τώρα όμως τα παιδιά, την ξέρουν τη συνέχεια. Την είδαν, την έμαθαν με δικά τους έξοδα. Και μπορούν να σας τη διηγηθούν τη συνέχεια, και πως το παραμύθι με τις νεράιδες γίνεται εφιάλτης, και πως υπάρχει εξαπάτηση στην ιστορία και πως, για να χαρίσετε στα παιδιά δεκαπέντε χρόνια ευτυχίας, τους ετοιμάζετε πενήντα χρόνια γεμάτα χτυπήματα και απογοητεύσεις… Δεν ήταν αυτό, δεν έπρεπε να κάνεις έτσι. (...) Ακόμη και ο λύκος δεν είναι - ή δεν είναι πια - όπως μας το λέγατε... Είναι ένας φτωχός, μαδημένος λύκος, που τα γεγονότα τον έχουν ξεπεράσει, κανείς δεν τον φοβάται πια, τον συναντάς κάθε μέρα στο δρόμο χωρίς καν να τον βλέπεις, τελείωσε, δεν είναι παρά η σκιά του εαυτού του, οι άνθρωποι επινόησαν πιο τρομακτικές υπάρξεις, δε χρησιμεύει πια παρά στους διεστραμμένους και τους δυστυχισμένους, σ'αυτούς που πάσχουν από έλλειψη δυνατών συγκινήσεων, που τον μαζεύουν, τον ανεβάζουν πάνω τους για μια βραδιά και τον νανουρίζουν προσπαθώντας να ζωντανέψουν μια παλιά αίσθηση."

'Οι νύχτες μου είναι πιο όμορφες απ' τις μέρες σας' - Ραφαέλ Μπιγιεντού
 
(Ο κύριος Μπένετ μιλάει για τις κόρες του)

Μου άρεσε πολύ αυτή η φράση του! :)

«Απ' όσα μπορώ να συνάγω από τον τρόπο που μιλάτε, πρέπει να είστε δύο από τα πιο ανόητα κορίτσια της κομητείας. Το υποψιαζόμουν αρκετό καιρό, αλλά τώρα είμαι πεπεισμένος.»

Υπερηφάνεια και Προκατάληψη, Τζέιν Όστεν
 
Last edited:
Μου φαίνονταν όλα τόσο άσχημα, που σκέφτηκα να κοιτάξω τον κόσμο από την ανάποδη. Τελικά, όμως, είναι ίδιος· δεν έχει καμία διαφορά.

Δεν υπάρχει κανεις που θα έφερνε αντίρρηση στην καταστροφή των ειδώλων. Από την άλλη όμως, δεν υπάρχει και κανείς που θα χε την παραμικρή αντίρρηση να γίνει είδωλο.

Από το Κάπα του Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα
 
Last edited:
[...]Εμφανίστηκα στην κουζίνα. Η μάνα μου με κοίταξε καλά καλά. Με είδε κλαμένη αλλά -αν και ήταν πανέξυπνη γυναίκα- πίστεψε ότι η αιτία της θλίψης μου ήταν άλλη. Ότι δηλαδή είχα συγκλονιστεί απ' όσα είχα δει στο φτωχόσπιτο.
«Χαίρομαι που κλαις. Χαίρομαι γιατί πήρες το μάθημα κι έμαθες να εκτιμάς αυτά που έχεις. Είσαι κατά βάθος καλό παιδί κι ας μην το δείχνεις», είπε με το συγκρατημένο τρόπο που συνήθιζε. Και ανοίγοντας το φανάρι, έβαλε στο τραπέζι το -κρύο πια- μπιφτέκι. Θα ήταν κρίμα να πάει χαμένο, τόσα λεφτά είχε δώσει, άσε πια που είχα πάρει και το μάθημά μου, όπως είπε.
Εγώ -τότε- νόμισα ότι τα είχα καταφέρει καλά.
Ότι είχα βγει κερδισμένη, μιας κι έφαγα το μπιφτέκι και όχι την φασολάδα.
Όμως δεν είχα υπολογίσει την ανεξίτηλη δύναμη της μνήμης.

Φασολάδα και μπιφτέκι [φιλοδοξίες κήπου] Ευγενία Φακίνου (διηγήματα)
 
"Δεν μ' αρέσει να δουλεύω με ερωτεύμενους. Ίσως γιατί τους ζηλεύω κι εγώ ο ίδιος λαχταράω να μαγευτώ. Ίσως πάλι γιατί ο έρωτας και η ψυχοθεραπεία είναι μεταξύ τους ασύμβατα. Ο καλός θεραπευτής πολεμάει το σκοτάδι και ζητάει το φως, ενώ ο έρωτας συντηρείται από το μυστήριο και καταρρέει μόλις αρχίσεις να τον εξετάζεις σχολαστικά. Κι εγώ σιχαίνομαι να γίνομαι ο δήμιος του έρωτα".


''Ο δήμιος του έρωτα '' ~Irvin Yalom~
 
-Τι θέλεις να πεις μ' αυτό; ρώτησε με τρόμο.

-Να, ότι τον εαυτό μου τον κάνω ό,τι θέλω. Μπορώ να κόψω τώρα το χέρι μου και να το πετάξω από το παράθυρο;
Ε, ορίζω τον εαυτό μου. Ο πα­τερας μου τίποτα δεν μπορει να καμει, πως θα με δειρει; Πως θα με κλείσει; Πως θα με σκοτώσει; Τι με τούτο; Πάλι εγώ κάνω ό,τι θέλω τον εαυτό μου και σα δε θέλω εγώ, άλλον άνθρωπο δεν παίρνω.
Όχι ποτέ δε θα με δώσει σε όποιον θέλει εκείνος.
Σας το λέω για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα το ξαναπώ: Ή το Χρηστάκη ή κανέναν.
Εγώ είμαι η Στέλλα του Βιολάντη!
Κι εκτύπησε το στήθος της το πλατύ με δύναμη, κι από τα μάτια της τα αδάκρυτα εκτοξεύθει άγρια αστραπή.
Ω, ήταν ωραία τη στιγμή εκείνη! Το πά­θος της εχρωμάτισε, της εζωογόνησε το κατάλευκο πρόσωπο,τα πέταλα του κρίνου επήραν ένα ρόδινο χρώμα αδύνατο ίχνος κακοπάθειας δεν εφαίνετο πλέον, και για μια στιγμή, η κόρη έλαμψε με την πρώτη της ομορφιά την υπερήφανη, με την πρώτη υγεία και ζωή.
Η Βιολάνταινα αναγκάσθηκε να χαμηλώσει το κεφάλι. Έβλεπε έξαφνα εμπρός της μια δύναμη νέα, που δεν την ήξερε, που δεν την εφαντάζετο ως τώρα. Αλήθεια, αυτή ήταν η Στέλλα του Βιολάντη, η κόρη του πατέρα της.
-Εκατάλαβα, εψιθύρισε με λύπη,μα δε συλλογίζεσαι, δυστυχισμένη, τι θα πάθεις, αν ακούσει τέτοιο πράμα ο πατέρας σου;
-Δεν τον φοβάμαι! εφώναξε η Στέλλα και τι θα μου κάμει; Θα με σκο­τώσει... είναι άλλο; Ε, δε με μέλει, σου είπα. Εγώ δε γυρεύω να ζήσω, παρά να ζήσω ευτυχισμένη. Αν δεν μπορώ, καλύτερα να με σκοτώσει. Καλύτερα να πεθάνω...

''Στέλλα Βιολάντη''
~Γρηγόριος Ξενόπουλος ~
 
Έτσι αποκρίθηκε ο Φάουστ στην ερώτηση της Μαργαρίτας. -Πιστεύεις στο Θεό; -Εάν είμαι άνθρωπος, κατά την έννοια οτι έχω συνείδηση των ορίων μου και επίγνωση του πόσο βαθύ είναι το πρόβλημα του όντος, δεν είναι δυνατόν να δώσω άλλη απόκριση στην ερώτηση της Μαργαρίτας. Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, ναι! πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω απο τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες. Όταν στην ερώτηση αποκριθώ, όχι! δεν πιστεύω στο θεό, γίνομαι αυτοστιγμεί μωρός. Γιατί δέχομαι στενόκαρδα και στενόμυαλα, κάτι που δεν το ξέρω, σαν αληθινό. Καταντώ δογματικός. Και η επιστήμη θα με πετάξει αυτόματα έξω απο τα όριά της με την παρατήρηση: διότι λες ανοησίες. Τι απομένει να αποκριθώ; Αυτό ακριβώς είναι το λεπτό σημείο, που γεννά την ανεξάντλητη γονιμότητα του προβλήματος. Το πνεύμα και το νεύμα του Γκαίτε είναι το εξής. Ο,τι σου μένει και ο,τι σου δίνεται είναι εκείνο το σημείο, το άπειρα ελάχιστο ανάμεσα στο όχι και στο ναι, να το ευρύνεις, να το πλατύνεις, να το βαθύνεις, να το εκτείνεις. Να το μεταχειριστείς μ’ έναν τέτοιο τρόπο απόπειρας, και δοκιμασίας, και βασανισμού, και αγωνίας, ώστε από το απειροελάχιστο σημείο να δημιουργήσεις διάσταση, και έκταση, και διάρκεια, χώρο και χρόνο. "

~ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ~ *ΓΚΕΜΜΑ*
 
Το γραφείο Εφευρέσεων είναι γεμάτο με σχέδια για διαδικασίες εξοικονόμησης ανθρώπινης εργασίας .Με χιλιάδες τέτοια σχέδια.[...] Και γιατί δεν τα θέτουμε σε εφαρμογή;Για χάρη των εργαζομένων ,θα ήταν καθαρή κτηνωδία να τους ταλαιπωρήσουμε με περισσότερες ελεύθερες ώρες.Το ίδιο συμβαίνει και με την γεωργία.
Αν θέλαμε θα μπορούσαμε να παράγουμε συνθετικά την κάθε μπουκιά τροφής. Αλλά δεν θέλουμε. Προτιμούμε να έχουμε το ένα τρίτο του πληθυσμού δεμένο στη γη.Για το κάλο τους,γιατί χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να πάρουμε τροφή απ'τη γη από ότι από ένα εργοστάσιο. Άλλωστε πρέπει να σκεφτούμε και την σταθερότητά μας. Αυτός είναι άλλος ένας ο λόγος για τον οποίο είμαστε τόσο φειδωλοί στην εφαρμογή καινούργιων εφευρέσεων. Κάθε ανακάλυψη της καθαρής επιστήμης είναι δυνητικά ανατρεπτική.Ως και η επιστήμη πρέπει να αντιμετωπίζεται μερικές φορές σαν δυνητικός εχθρός. Μάλιστα ,ως και η επιστήμη!

" Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος"
~ Άλντους Χάξλεϊ ~
 
Τώρα πια όμως είχαμε μάθει να ξεχωρίζουμε, είχαμε ανοίξει τα μάτια μας. Βλέπαμε πως δεν είχε απομείνει απολύτως τίποτε από τον δικό τους κόσμο. Εντελώς ξαφνικά, βρεθήκαμε τρομακτικά μόνοι. Κι έπρεπε, μόνοι πάλι, να αντιμετωπίσουμε την μοναξιά μας.

Έριχ Μαρία Ρεμάρκ
Ουδέν Νεότερον από το Δυτικό Μέτωπο
Γερμανία 1929
 
Όταν πρωτοήρθα στη Λακεδαίμονα και άρχισαν να με φωνάζουν 'Αυτόχειρα', δεν μου άρεσε καθόλου. Αλλά με τον καιρό μπόρεσα να δω τη σοφία του, αφού δεν μου το είχαν δώσει από κακή πρόθεση. Γιατί τι πιο ευγενικό από το να σκοτώσεις τον εαυτό σου; Όχι στην κυριολεξία. Όχι με μια λεπίδα στα σπλάχνα. Αλλά να εξοντώσεις το εγωιστικό εγώ μέσα σου, εκείνο το μέρος που κοιτάζει μόνο τη δική του επιβίωση, να σώσει το δικό του τομάρι. Αυτή ήταν η νίκη που εσείς οι Σπαρτιάτες είχατε πετύχει πάνω στον εαυτό σας. Αυτό ήταν η κόλλα. Αυτό που είχατε μάθει και με έκανε να μείνω, για να το μάθω κι εγώ.

''Το αντίθετο του φόβου'' είπε ο Διηνέκης ''είναι η αγάπη''.

Στίβεν Πρέσφιλντ - Οι Πύλες της Φωτιάς
 
Top