Άγνωστες λέξεις για ένδυση κι εμφάνιση στην λογοτεχνία

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Επειδή όμως λέει "ανάμεσα σε πλήθος μεταξωτά φορέματα και βολάν" και όχι "με βολάν" σκέφτηκα μήπως στο βιβλίο αναφέρεται σε κάποιο αυτόνομο ένδυμα.
 
Σχεδόν όλες οι λέξεις που αναφέρετε είναι γαλλικές και έχουν υιοθετηθεί στη γλώσσα μας αυτούσιες. Είμαι η πλέον κατάλληλη για όλες τις απορίες σας σε αυτό το νήμα, καθότι σπούδασα σχέδιο μόδας και πατρόν στο Παρίσι. Εχουμε και λέμε.
Τα βολάν (volents) είναι κομμάτια ύφασμα, κομμένα λοξά ώστε να κυματίζουν (voler σημαίνει πετώ), όταν η φέρουσα το ρούχο κινείται. Συνήθως είναι ραμμένα στα τελειώματα του ρούχου. Τόκα είναι προφανώς αμετάφραστο το la toque, ο σκούφος. Τρέσσα, επίσης αυτούσιο το la tresse, η πλεξούδα. Κατ΄επέκταση, τρέσσες είναι τα σειρήτια που αποτελούνται από πλεγμένες κορδέλλες και ράβονται στα τελειώματα του ρούχου (η Coco Chanel τις είχε σε μεγάλη υπόληψη). Ρεντιγκότα, πάλι αυτούσια η γαλλική λέξη la redingote, μακρύ και στενό πανωφόρι. Οσο για το πενιουάρ (le peignoir), ωραίο αυτό που μας παρουσίασες Φάρε, αλλά είναι απλώς αυτό που εμείς λέμε ρόμπα (αν και στα γαλλικά, la robe είναι το φόρεμα).
 
Last edited:
Σχεδόν όλες οι λέξεις που αναφέρετε είναι γαλλικές και έχουν υιοθετηθεί στη γλώσσα μας αυτούσιες. Είμαι η πλέον κατάλληλη για όλες τις απορίες σας σε αυτό το νήμα, καθότι σπούδασα σχέδιο μόδας και πατρόν στο Παρίσι.
Σχεδιο μοδας;; :σάλια: ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ;;;;; :τρέλα:
Φενια προσκυνω!!! :προσκυνώ:
Νομιζω εισαι η ιδανικη γι'αυτο το νημα (κ σκεφτομουν οτι οοολες αυτες οι λεξεις πρεπει να ειναι γαλλικες αλλα δεν ημουν σιγουρη..)
Τι δουλεια κανεις τωρα;
 
Το νήμα αυτό μου προκάλεσε το ενδιαφέρον. Πράγματι, οι περισσότερες λέξεις, που αφορούν ενδυμασία στη λογοτεχνία του προηγούμενου αιώνα, παραμένουν αμετάφραστες. Οι ελληνίδες μοδίστρες τις χρησιμοποιούν αυτούσιες, ακόμα και σήμερα. Αναρωτήθηκα λοιπόν, πως θα τις απέδωσε ο πλέον προικισμένος λογοτέχνης μας του 19ου αιώνα, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος εξασφάλιζε τον επιούσιο μεταφράζοντας από τα γαλλικά, ως άριστος γνώστης αυτής της γλώσσας. Ιδού κάποια αποσπάσματα που αλίευσα.
" Ο Κασλέν, με το υποκάμισον, άνευ επενδύτου (προφανώς το πλαστρόν -le plastron)...Εισήλθεν ο Λεσάβλ. Εφόρει φράκον (le frac), λαιμοδέτην (la cravate) και χειρόκτια (les gants) λευκά... με άνθος εις την κομβιοδόχην (la boutonniere)... Μαύρη ρεδινγκότα (le redingote) σοβαρού σχήματος ". Από την "Κληρονομία" του Γκυ ντε Μωπασσάν.
Αλλά και τα ελληνικά συγγράμματά του δεν είναι περισσότερο κατανοητά σήμερα.
" Εφόρεσε τα πανωβράκια, με τας κεντητάς βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια..Η Λελούδα εφόρεσε ένα πουκάμισο κρεμιζί (προφανώς crimson- πορφυρό)...ένα ωραίο φουστάνι μόρικο (προφανώς moire, κυματώδες, ύφασμα με κυματιστή υφή)...χρυσούφαντα ποδογύρια και αργυρά τσαπράκια...την βελουδένια τζάκαν του (la casaque) ". Από τον Γάμο του Καραχμέτη.
Τι να καταλάβει ένας σύγχρονος άνδρας, μη γαλλομαθής και όχι ράφτης?
 
Last edited:
"Ο γερο-Πατριαρχέας έστριβε απανωτά τσιγάρα,κάπνιζε, χώνευε την κότα και περίμενε. Φορούσε το μακρύ αρχοντικό τσουμπέ κι ήταν ξυπόλυτος."

"Ο Χριστός ξανασταυρώνεται", Καζαντζάκης.

Καμιά ιδέα για το τσουμπέ? :χμχμ:
 
Η βικιπαίδεια αναφέρει ότι είναι τμήμα τσακώνικης παραδοσιακής φορεσιάς, είναι ένα μακρύ, συνήθως αμάνικο ρούχο. Προφανώς σε κάποια παραλλαγή του θα αποτελούσε και ανδρικό επίσημο ένδυμα.

 
Κικίτσα ο τσουμπές έχω ακούσει ότι ήταν μια παραδοσιακή φορεσιά στη Λευκάδα που το φορούσαν κυρίως οι νύφες. Ήταν έτσι περίπου:

http://www.google.gr/imgres?q=τσουμπές&um=1&hl=el&sa=N&tbm=isch&tbnid=aJEyQwjzez4oHM:&imgrefurl=http://www.lykeionellinidon.gr/portal/view_object.aspx?lang=gr&id=883/4&docid=w52XEoc-xDIWgM&imgurl=http://www.lykeionellinidon.gr/lyceumdb/dbimages/88/883-4/883-4_0_md.jpg&w=402&h=600&ei=4qDVT_LWHc7xsgbi063BDw&zoom=1&biw=1024&bih=489

Με μια μίνι έρευνα τώρα στην βικιπαίδεια είδα ότι ήταν και ένδυμα που φορούσαν οι ιερωμενοι...
http://el.wikipedia.org/wiki/Τζουμπές


(Εδιτ: έχω ένα πρόβλημα και δεν ανεβάζει κανονικά τη φωτογραφία)
 
Last edited:

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
στον Ιστό, πάντως, βλέπω μέχρι και οδηγίες για κάτι που ονοματίζεται με αυτές τις λέξεις. (Αν και ίσως παλιότερα η αναφορά να ήταν σε άλλο ένδυμα.)

 
Από το βιβλίο του Ζωρζ Περέκ, 'Ζωή: Οδηγίες χρήσεως', βρήκα πάρα πολλές άγνωστες λέξεις [Για παράδειγμα δεν γνώριζα πως οι ζιβελίνες και τα μπράιτσβαντς είναι γούνες (ugh)]
"Περιζώματα για κρεοπώλισσες". Διαβάζοντας την ερμηνεία στον ιστό, δεν καταλαβαίνω αν είναι ζώνη ή κοντή ποδιά (σαν ζώνη).
Στο Εγκυκλοπαιδικόν και Γλωσσικόν Λεξικόν 'Πάπυρος' διαβάζω και γράφω:
περίζωμα: (-ατος), το (αρχ.- νεώτ.) το πέριξ τινός εζωσμένον. ||| η κατά τας θυσίας υπό των ιερέων φερόμενη πλατειά ζώνη μετά ποδιάς· (φρ.) "ασκώ εκ -ματος" ασκώ τέχνην επιπολαίως· ||| η των τεχνιτών ποδιά (κν. προστέλλα)· ||| ο προς κόσμον περίκυκλος οικοδομήματος (κν. μπορντούρα, πρεβάζι).

"(...) φοράει ένα κοστούμι γελωτοποιών του Μεσαίωνα, μ' ένα σωκάρδι χωρισμένο σε μεγάλους μυτερούς ρόμβους"
Από το ίδιο λεξικό:
σωκάρδιον: το (μσν.) και -κάρδι το (δημ.) μικρός επιστήθιος υποδύτης· κολόβιον (κν. γιλέκο).
Κρατώ το γιλέκο, διότι έπαθα ό,τι έπαθα με το 'codicil' που όταν το έψαξα, βρήκα ότι σημαίνει "κωδίκελος", και είπα "Ααα! Πες το έτσι να το καταλάβω":ανέκφραστος:

"(...) φορώντας κράνη πλουμιστά και πανοπλίες στολισμένες με πετράδια και χειρόκτια σιδερόπλεχτα"
(Από το ίδιο λεξικό)
χειρόκτιον: το (νεώτ.) και -ρόχτι το (δημ.) περίβλημα της άκρας χειρός είτε πρός προφύλαξιν είτε χάριν καλλωπισμού (κν. γάντι) ||| (φρ.) "ρίπτω το ~" (εις τινα)· προκαλώ τινα εις μονομαχίαν (γεν.) προκαλώ.

"Φορούσε ένα κοστούμι, απ' το οποίο δεν φαίνονταν και πολλά πράγματα, εκτός από μια εξαίσια δαντελένια τραχηλιά (...)"
τραχηλιά: η (δημ.)· το περί τον τράχηλον μέρος του υποκαμίσου· το άνοιγμα αυτού ||| αυτοτελές πλατύ περιλαίμιον, ιδία των νηπίων· ||| τεμάχιον κρέατος σφαγίου από τον τράχηλον.
(Πιο κάτω μου τράβηξε την προσοχή το "Τραχηλίζω")

"(...) με δαντελένιους τσεβρέδες"
τσεβρές: ο (δημ., λ. τουρκ. çevre)· κεντητή της κεφαλής μαντήλα (κν. τσεμπέρι).
 
Πολύ συχνά στην λογοτεχνία ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει την εικόνα κάποιου ήρωα περιγράφοντας την εξωτερική του εμφάνιση και τον ρουχισμό του. Μόνο που πολλές φορές, κι ειδικά σε παλιά έργα, οι λέξεις που συναντά κανείς είναι απλά άγνωστες, ενδεχομένως παρωχημένες, κι έτσι...δεν δίνουν καμία εικόνα. Κυρίως στην ξένη λογοτεχνία όπου περιγράφονται ρούχα που φορέθηκαν κάποτε σε μακρινούς τόπους.

Λέω, από εδώ και στο εξής, όταν συναντάμε σε κάποιο έργο κάποιο άγνωστο ένδυμα, ας το αναφέρουμε εδώ μπας και φανεί πως κάποιος έχει πιο ικανές ενδυματολογικές γνώσεις και μας εξηγήσει τις λέξεις (ίσως να μας έβαζε και καμιά εικόνα) ώστε να προκύψει τελικά... η εικόνα για την οποία πάσχισε κάποτε ο συγγραφέας.

Διαβάζω π.χ. αυτήν την στιγμή το "Η Σκιά της Σκιάς" τού Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ. Ένας δημοσιογράφος περιγράφει μια γυναίκα (οι απορίες μου σε έντονο πορτοκαλί):

«... Καμπαρντίνα Γκρι Σιέλ και μια μπλε βελούδινη τρέσα να κατεβαίνει απ’ το λαιμό. Άσπρη δαντέλα στις άκρες των μανικιών και μια τόκα σαν σκούφια με μια μεταξωτή κορδέλα τρεις βόλτες γύρω γύρω.»

Νόμιζα πως τρέσα είναι τα επιπρόσθετα μαλλιά, όμως εδώ, προφανώς, η λ. σημαίνει κάτι άλλο.

Επίσης, παραπέρα, διαβάζω: "Ήταν καθισμένη σε μια πολυθρόνα ντυμένη με [δ]μποκάρ [/δ] μπροκάρ..."

Από όσο καταλαβαίνω, ντυμένη με μποκάρ ήταν η πολυθρόνα κι όχι αυτή που καθόταν σε αυτήν. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, τί ειναι το μπροκάρ;

Δεν άνοιξα το λεξικό και κράτησα την απορία μου για να ξεκινήσω αυτό το νήμα που πιστεύω πως έχει ενδιαφέρον. Μου τυχαίνει πολύ συχνά να συναντώ άγνωστες λέξεις που περιγράφουν εμφάνιση.

Ίσως κάποτε στο μέλλον η περιγραφή πως ο τάδε φορούσε ένα τζιν κι ένα τίσερτ, να αφήνει τον αναγνώστη με πολλά ερωτηματικά. Προς το παρόν, τί στο καλό, είναι η τόκα και τί είναι η τρέσα;
:χμ:
Η τόκα είναι είδος καπέλου νομίζω χωρίς γείσο (toque hat)
 
Πολύ περίεργο! Υπάρχει και η έκφραση "αυτή είναι σουρτούκω"- που σημαίνει ότι τριγυρνάει, αλητεύει. Άρα τρέχει γύρω από τα αντρικά πανωφόρια! (αντίστοιχα δεν υπάρχει "σουρτούκος") Φοβερή πληροφορία @Τσίου !
 
Last edited:
Άσε, @ΚρίτωνΓ, είμαι να σκάσω, έχω χάσει το λεξικό μου, το μόνο πράγμα που εμπιστευομουν (😁😢) αν είδα καλά το ουσιαστικο προέρχεται από γαλλική λέξη, ενώ το άλλο είναι παρμένο από τα τουρκικά. Οπως και να χει, κάποια σύνδεση κι εγώ βλέπω.
 
Top